Κύπρος , 1967-1974


Κύπρος

Οι ραγδαίες και σοβαρές εξελίξεις της περιόδου από την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητη Δημοκρατία (1960) μέχρι την υιοθέτηση από τον Ο.Η.Ε. της Έκθεσης Πλάζα (1965-1966) ανέδειξαν τους Ελληνοκυπρίους νικητές.

Κι αυτό, επειδή:

  • Η προσπάθεια της Τουρκίας να διαλύσει την Κυπριακή Δημοκρατία απέτυχε.
  • Η Κύπρος συνέχισε ν' αναγνωρίζεται διεθνώς ως ανεξάρτητο κράτος, η δε κυβέρνηση του προέδρου Μακαρίου ως η νόμιμη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  • Η προσπάθεια επιβολής διχοτομικής λύσης (Σχέδιο Άτσεσον) απέτυχε.
  • Οι Τουρκοκύπριοι αυτοεγκλωβίστηκαν στους θυλάκους τους κι απομονώθηκαν, ενώ έπαψαν και να συμμετέχουν στις τρεις εξουσίες (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική).
  • Στην Κύπρο είχε μεταφερθεί μια ολόκληρη μεραρχία ελληνικού στρατού που αποτελούσε εγγύηση ενάντια σε κάθε προσπάθεια της Τουρκίας να επιχειρήσει οτιδήποτε. Όταν αποκαλύφτηκε η παρουσία της μεραρχίας στο νησί, έγιναν διάφορες διαμαρτυρίες και εκ μέρους της Τουρκίας σημειώθηκαν λυσσώδεις αντιδράσεις. Όμως, η παρουσία του ελληνικού στρατού στην Κύπρο ήταν πια ένα τετελεσμένο γεγονός. Μάλιστα, ο ίδιος ο ηγέτης των εξτρεμιστών Τουρκοκυπρίων Ραούφ Ντενκτάς είχε πει ότι γι' αυτούς χάθηκε το παιχνίδι κι ότι η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα είχε πραγματοποιηθεί.
Με τα δεδομένα αυτά, οι περαιτέρω εξελίξεις διαγράφονταν πολύ ρόδινες για τους Έλληνες.

Κι όμως! Η επόμενη σοβαρή εξέλιξη σημειώθηκε στην Ελλάδα, αλλά είχε τεράστιες επιπτώσεις πάνω στην Κύπρο.

Το 1965 ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου "φαγώθηκε" μέσω των ανακτόρων και η χώρα περιήλθε σε κατάσταση πολιτικής αποσταθεροποίησης. Διάφορες κυβερνήσεις σχηματίζονταν, για να διαλυθούν λίγο αργότερα. Η κρίση κράτησε από τον Ιούλη του 1965, μέχρι και τον Απρίλη του 1967.

Το Μάη του 1967 ο Παπανδρέου αναμενόταν ότι θα ήταν ο θριαμβευτής των εκλογών που είχαν προγραμματιστεί να διεξαχθούν, αλλά μια τέτοια εξέλιξη δεν ήταν πια αρεστή, ούτε στους Αμερικανούς, ούτε και στο παλάτι των Αθηνών, που ενδεχομένως θα κινδύνευε. Πάντως, την 21.4.1967 κύλησαν στους δρόμους της ελληνικής πρωτεύουσας οι ερπύστριες των τανκς και η χώρα περιήλθε κάτω από στρατιωτικό δικτατορικό καθεστώς.

Η ελληνική χούντα, στην προσπάθειά της να πετύχει μια εντυπωσιακή πρώτη νίκη που θα της έδινε αίγλη στο εσωτερικό, στράφηκε προς την κατεύθυνση επίλυσης του Κυπριακού με απευθείας επαφή μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Πραγματοποιήθηκε έτσι, μέσα στο 1967, η περιβόητη συνάντηση του Έβρου (στα ελληνοτουρκικά σύνορα της Θράκης), που κατέληξε σε πλήρη αποτυχία. Εκτός όμως από την αποτυχία, η ηγεσία της Άγκυρας μπόρεσε να εκτιμήσει από την αρχή σωστά την ανικανότητα των συνταγματαρχών της ελληνικής χούντας, την οποία κι εκμεταλλεύτηκε αργότερα.

Χαρακτηριστικά, ο τότε Τούρκος πρωθυπουργός Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ δήλωσε αργότερα ότι του ζήτησαν να πάει στον Έβρο και πήγε να δει τι τον ήθελαν οι Έλληνες. Ωστόσο, λίγο πριν από τη συνάντηση, στην Αθήνα επικρατούσε στους διαδρόμους των κυβερνητικών γραφείων μια εντελώς αναίτια όσο και ανόητη ευφορία και αισιοδοξία, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε πολλοί "παράγοντες" επιζητούσαν να περιληφθούν στην ελληνική αντιπροσωπεία για να μοιραστούν τη δόξα που θ' αποκομιζόταν με την επίτευξη της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα! Στην Κύπρο, η κυβέρνηση του αρχιεπισκόπου Μακαρίου δεν εκδηλώθηκε, γιατί γνώριζε πως δεν ήταν δυνατό μια τέτοια συνάντηση να έχει σοβαρά αποτελέσματα. Η συνάντηση ήταν διάρκειας 2 ημερών. Οι συνομιλίες έγιναν, στις 9.9.1967, στην Αλεξανδρούπολη, πάνω σε ελληνικό έδαφος. Της ελληνικής αντιπροσωπείας "ηγείτο" ο διορισμένος από τη χούντα πρωθυπουργός, Κόλλιας. Μετείχαν ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος, ο στρατηγός Σπαντιδάκις και αρκετοί άλλοι.

Η συνάντηση ήταν τόσο φαιδρή, ώστε κατέληξε μέχρι του σημείου η ελληνική αντιπροσωπεία να παρακαλεί τον Τούρκο πρωθυπουργό Ντεμιρέλ να δεχτεί την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, προβάλλοντας μάλιστα το "επιχείρημα" ότι η Τουρκία δε χρειαζόταν την Κύπρο γιατί διέθετε στη Μικρά Ασία μεγάλες και ακαλλιέργητες ακόμη εκτάσεις! Ο Ντεμιρέλ διέκοψε τη συνάντηση τη δεύτερη μέρα δηλώνοντας (και σωστά) ότι έχανε άσκοπα το χρόνο του. Η ελληνική αντιπροσωπεία επέστρεψε στην Αθήνα με έντονη τη γεύση της αποτυχίας, ανίκανη ωστόσο, ν' αντιληφτεί, έστω και μετά, ότι τα διάφορα θέματα και ιδίως τα εθνικά, δεν είναι αστείες υποθέσεις.

Μέσα στον ίδιο χρόνο (1967) ξέσπασε η γνωστή κρίση της Κοφίνου που οδήγησε στην πρώτη μεγάλη ελληνική υποχώρηση. Λίγο πιο πριν όμως, τον Ιούνη του 1967, ξέσπασε ο Αραβοϊσραηλινός πόλεμος, που ο αντίκτυπός του έφτασε μέχρι την Κύπρο. Τον Ιούλη οι Τουρκοκύπριοι, εκτελώντας προφανώς οδηγίες της Άγκυρας, προκάλεσαν ένταση με απρόκλητη ένοπλη επίθεση κατά ανύποπτων Ελληνοκυπρίων που έκαναν τα ψώνια τους στη δημοτική αγορά της Πάφου. Το αιματηρό αυτό επεισόδιο είχε ένα σκοπό: να εκτιμηθεί η αντίδραση των Ελληνοκυπρίων, αλλά και των Αθηνών μετά την επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα. Οι Ελληνοκύπριοι ανταπέδωσαν κτύπημα.

Το Σεπτέμβρη, έγινε η φαιδρή συνάντηση στον Έβρο και στα μέσα του Νοέμβρη του 1967 ξέσπασε η κρίση της Κοφίνου.

Η κρίση της Κοφίνου

Την αυγή της 31 του Οκτώβρη του 1967, ο θηροφύλακας ενός χωριού στην επαρχία Αμμοχώστου, του Αγίου Θεοδώρου Καρπασίας, συνάντησε τρία πρόσωπα να περιπλανιούνται ύποπτα στα περιβόλια και προσπάθησε να τους συλλάβει. Κατόρθωσε ν' αφοπλίσει τον ένα από τους τρεις, μα τελικά δεν τα κατάφερε και το 'βαλε στα πόδια.

Ύστερα από μια περίπου ώρα η Αστυνομία ειδοποιημένη από το θηροφύλακα, βρήκε και συνέλαβε τους τρεις ύποπτους. Ήταν Τουρκοκύπριοι και λέγονταν Ιρφάν Χασάν, Νετζάτ Κονούκ και Ερόλ Ιμπραχήμ.

Στον αστυνομικό σταθμό της περιοχής, όπου οδηγήθηκαν για ανάκριση διαπιστώθηκε η ταυτότητα των Νετζάτ Κονούκ και Ερόλ Ιμπραχήμ.

Αντίθετα, εκείνος που είχε δηλώσει πως ονομαζόταν Ιρφάν Χασάν, αποδείχτηκε πως ήταν ο ηγέτης των εξτρεμιστών Τουρκοκυπρίων, ο Ραούφ Ντενκτάς.

Ο Ντενκτάς, πράκτορας των Βρετανών και πολύτιμος βοηθός τους εναντίον των Ελληνοκυπρίων κατά τη διάρκεια του αγώνα του 1955-1959 ήταν πρόσωπο ανεπιθύμητο στην Κύπρο και από το 1964 ζούσε στην Τουρκία, αφού δεν του επιτρεπόταν η είσοδος στο νησί.

Τώρα, ύστερα από την αποτυχία πολλών προσπαθειών του για να του επιτραπεί να ξαναγυρίσει στην Κύπρο κανονικά, δοκίμασε να φτάσει στις κυπριακές ακτές και να εισέλθει κρυφά, ξεκινώντας με τους άλλους δυο συντρόφους του από τα τουρκικά παράλια με πλοιάριο. Από λάθος αποβιβάστηκαν στις ακτές της Καρπασίας αντί στις ακτές της Λάρνακας όπου τους περίμεναν οι φίλοι τους για να τους παραλάβουν.

Και βρίσκονταν τώρα στα χέρια των Ελληνοκυπρίων.

Ο υπουργός Εσωτερικών και Άμυνας Πολύκαρπος Γεωρκάτζης πληροφορήθηκε αμέσως την απρόσμενη σύλληψη του Ραούφ Ντενκτάς και άρχισε αμέσως να συζητά με τους στενούς συνεργάτες του τι θα μπορούσε να τον κάμει.

Η εισήγηση που ακούστηκε ήταν: Να τον καθαρίσουν και να τον θάψουν χωρίς να πουν τίποτε. Κανένας δε θα ξέρει τίποτε και θα απαλλάσσονταν απ' αυτόν μια για πάντα.

Η ευθύνη ήταν τεράστια για να την επωμιστεί μόνος ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης. Πήγε, λοιπόν, και το είπε στον αρχιεπίσκοπο και στο υπουργικό συμβούλιο: - Τον Ντενκτάς τον κρατώ. Ότι θέλετε τον κάνω. Αν πρέπει να πεθάνει, ευχαρίστως τον καθαρίζω, αλλά την ευθύνη θα την επωμιστούμε όλοι μας...

Μόνο δυο υπουργοί όμως τάχτηκαν υπέρ του "καθαρίσματος" του Ντενκτάς. Οι υπόλοιποι, και κυρίως ο αρχιεπίσκοπος, δε συμφώνησαν. Έτσι η σύλληψη του Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος αποπειράθηκε να εισέλθει παράνομα στην Κύπρο, ανακοινώθηκε επίσημα.

Η Τουρκία "δήλωσε άγνοια" και "εξέφρασε τη λύπη της". Παρακάλεσε επίσης να επιτραπεί στον Ντενκτάς να παραμείνει στην Κύπρο.

Ο Ντενκτάς ανακρίθηκε και έδωσε κατάθεση. Και στις 12 του Νοέμβρη, εφοδιασμένος με κανονικό κυπριακό διαβατήριο που του χορηγήθηκε, στάλθηκε ξανά πίσω στην Άγκυρα.

Δυο μέρες αργότερα, κορυφώθηκε η κρίση της Κοφίνου...

Η Κοφίνου ήταν ένα τουρκοκυπριακό χωριό πάνω στο δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού και στα μισά της διαδρομής.

Έτσι οι Τουρκοκύπριοι του χωριού αυτού νόμιζαν πως με τις δυνάμεις που διέθεταν, μπορούσαν οποτεδήποτε να κόψουν τον πολυσύχναστο αυτό δρόμο και να διακόψουν την κυκλοφορία μεταξύ των δύο κυριότερων πόλεων της Κύπρου.

Οι προκλήσεις των Τουρκοκυπρίων άρχισαν από την αρχή του χρόνου αυτού, του 1967, στην Κοφίνου και συνεχίστηκαν ολόκληρο το χρόνο.

Η κυπριακή κυβέρνηση έκανε αλλεπάλληλες παραστάσεις προς την Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Τελικά ο στρατηγός Γρίβας πήγε επί τόπου στις 14 του Νοέμβρη και ακολουθούμενος από τμήμα της Εθνικής Φρουράς, έτρεψε σε άτακτη φυγή τους Τουρκοκύπριους "μαχητές" και μπήκε στο χωριό. Διαβεβαίωσε ακόμη τους Τουρκοκύπριους κατοίκους της Κοφίνου πως δε θα είχαν να φοβηθούν τίποτε, αν δε δημιουργούσαν ξανά επεισόδια.

Την επομένη όμως οι Τουρκοκύπριοι "μαχητές", τους οποίους κατεύθυνε ανθυπολοχαγός από την Τουρκία, συνέχισαν τις προκλήσεις αποκόπτοντας για πολλοστή φορά το δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού.

Σε λίγο η μάχη άρχισε. Οι Τουρκοκύπριοι, ενισχυμένοι και από τους κατοίκους του γειτονικού, επίσης τουρκοκυπριακού χωριού Άγιος Θεόδωρος, ακροβολισμένοι, αποφάσισαν να δώσουν μάχη.

Η Εθνική Φρουρά δεν την απέφυγε. Πληρώνοντας μ' ένα νεκρό και τρεις τραυματίες, διέλυσε την άμυνα των Τουρκοκυπρίων και εξουδετέρωσε κάθε αντίσταση.

Η σύντομη και χωρίς στρατιωτική σπουδαιότητα αυτή μάχη έμελλε να δημιουργήσει ένα σωρό από τεράστια προβλήματα και να οδηγήσει ξανά την Κύπρο μέχρι το χείλος του γκρεμού.

Διάφορες ερμηνείες δόθηκαν για το πώς ξεκίνησε, ποιοι την προκάλεσαν και για ποιους σκοπούς, την κρίση αυτή με την οποία τέλειωσε η χρονιά του 1967, μια χρονιά τόσο σημαντική σε εξελίξεις στην Ελλάδα και την Κύπρο.

  • Μια ερμηνεία λέει πως η κρίση της Κοφίνου ήταν σχεδιασμένη από το βασιλιά Κωνσταντίνο και σκοπό είχε να αποσπάσει την προσοχή της ελληνικής χούντας, για να προχωρήσει ο ίδιος στην εκδήλωση και επικράτηση του δικού του αντιπραξικοπήματος το οποίο, εν πάση περιπτώσει, έγινε λίγο αργότερα και αποδείχτηκε μια μεγάλη αποτυχία.
  • Μια δεύτερη ερμηνεία λέει πως την κρίση της Κοφίνου τη θέλησε η ελληνική χούντα, για να πλήξει το Μακάριο. Ίσως μάλιστα, και με μυστική συμφωνία με τους Τούρκους, οι οποίοι προκαλούσαν αδιάκοπα.
  • Μια τρίτη ερμηνεία λέει πως, όπως και στις προηγούμενες φορές, την κρίση την προκάλεσαν οι Τούρκοι, για να κερδίσουν μερικά οφέλη αφού έκριναν, ύστερα από τις εκτιμήσεις της συνάντησης του Έβρου, πώς βρίσκονταν σε πολύ πιο πλεονεκτική θέση απ' ότι η Ελλάδα με το ανάξιο στρατιωτικό της καθεστώς.
  • Μια τέταρτη ερμηνεία λέει πως, απλούστατα, η όλη υπόθεση δεν ήταν παρά αφέλειες και παλληκαρισμοί του Γρίβα που οδήγησαν τελικά στην επιδείνωση της κατάστασης και στις τεράστιες συνέπειες
  • Μια πέμπτη, τέλος, ερμηνεία λέει πως την κρίση την προκάλεσε ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος για να βρει τρόπο ν' απαλλαγεί από το Γρίβα και να διώξει από την Κύπρο την ελληνική μεραρχία που ελεγχόταν πια από τη χούντα των Αθηνών και που γινόταν τώρα επικίνδυνη.
Ποια από τις ερμηνείες αυτές η σωστή; Ας δούμε τα γεγονότα: Πραγματικά, οι Τούρκοι προκαλούσαν στην περιοχή αυτή από νωρίς, από τις αρχές του χρόνου, και σε πάρα πολλές περιπτώσεις Ελληνοκύπριοι που χρησιμοποιούσαν το δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού και Λεμεσού - Λάρνακας, βρέθηκαν σε κίνδυνο. Οι ταλαιπωρίες δε των ταξιδιωτών ήταν μεγάλες. Πολλοί μάλιστα προτιμούσαν να ταξιδεύουν από τη μια πόλη στην άλλη μέσω του Τροόδους, κάνοντας ένα τεράστιο κύκλο, αλλά προτιμώντας ν' αποφύγουν να περάσουν από την Κοφίνου.

Τις παραμονές της κρίσης, ο Ραούφ Ντενκτάς επιχείρησε να έρθει κρυφά στην Κύπρο και η ενέργειά του αυτή ίσως είχε κάποια σχέση με τα γεγονότα.

Λίγες μέρες πριν την κρίση, ήρθε επίσης στην Κύπρο με μια όχι και τόσο ισχυρή δικαιολογία - για να παραστεί, λέει, στη γενική συνέλευση του Παγκύπριου Συνδέσμου Εθελοντών Πολεμιστών - ο αντιπρόεδρος της χούντας στρατηγός Σπαντιδάκης. Είδε πρόσωπα στο νησί και έκαμε και δηλώσεις.

"...Οι Τούρκοι, ως πρακτικοί και διαθέτοντες εις την πολιτικήν ηγεσίαν άνδρα μεγάλης αξίας, ασφαλώς θα αντιλαμβάνονται την ανάγκην της ταχυτάτης, της αμέσου ρυθμίσεως των διαφορών μας (...) προς εφαρμογήν των σκοπών του Ν.Α.Τ.Ο. (...). Καλούμεν την φίλην Τουρκίαν να προχωρήσωμεν ταχέως εις την λύσιν της εκκρεμότητος της μεγαλονήσου Κύπρου...".

Ποιοι ήταν όμως οι σκοποί του Ν.Α.Τ.Ο.; Και ποιο ιδιαίτερο νόημα είχαν τα λόγια του Σπαντιδάκη που καλούσαν τη φίλη Τουρκία για να προχωρήσουν (η Ελλάδα και η Τουρκία), γρήγορα στη λύσιν...; Τη λέξη που εκφράζει ταχύτητα για επίτευξη λύσης ο Σπαντιδάκης τη χρησιμοποίησε και στις προς τους Κυπρίους ευχές του, όταν έφευγε από το νησί: Ευχόταν "όπως εντός συντομωτάτου χρονικού διαστήματος αποδοθή δικαιοσύνη εις την Κύπρον (...) και αποκατάστασις της ευτυχίας του Κυπριακού λαού, η οποία δύναται να εύρη την πλήρη ολοκλήρωσίν της μόνον εις την Ένωσιν μετά της Μητρός Ελλάδος...".

Ο Μακάριος τηρούσε σιγή.

Λίγο πριν την κρίση, κάποιος άλλος επίσης ταξίδεψε: Ο στρατηγός Γρίβας πήγε στην Αθήνα στις 28 του Σεπτέμβρη κι έμεινε εκεί αρκετές μέρες για επαφές και "για να έχει συνομιλίες για στρατιωτικά θέματα που αφορούσαν την Κύπρο..."

Συνδυάστηκε μάλιστα με το ταξίδι του αυτό και το γεγονός της συντριβής ενός επιβατικού αεροπλάνου στις 12 του Οκτώβρη του 1967. Με το αεροπλάνο αυτό επρόκειτο να επιστρέψει στην Κύπρο ο Γρίβας. Το πόρισμα των ερευνών ανέφερε πως βόμβα είχε ανατινάξει το αεροπλάνο ενώ βρισκόταν στον αέρα. Ο Γρίβας όμως είχε αλλάξει αεροπλάνο και είχε ταξιδέψει με το επόμενο.

Ποιους είδε, ωστόσο, στην Αθήνα ο Γρίβας και τι συζητήθηκε μ' αυτόν και μ' αυτούς; Άγνωστο.

Όταν η μάχη στην Κοφίνου άρχισε, ο Μακάριος φέρεται σαν να είπε στον υπουργό του Σπύρου Κυπριανού, ο οποίος εξέφρασε ανησυχία, πως: "Στην Αθήνα επιθυμούν πάρα πολύ να γίνει αυτή η επιχείρηση. Είναι δε βέβαιοι πως δε θα υπάρξουν επιπτώσεις...".

Επιθυμούσαν, λοιπόν, πάρα πολύ στην Αθήνα να γίνει η επιχείρηση; Πιο πριν, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος φέρεται σαν να δήλωσε στο Σπύρο Κυπριανού πως: "Το πιο μεγάλο σφάλμα που διέπραξε η Ελλάς, ήταν η αποστολή εις Κύπρον της μεραρχίας, από τον Παπανδρέου... Πρέπει να εξευρεθή τρόπος για να φύγει η μεραρχία από την Κύπρο...". ' Πραγματικά, αμέσως μετά την κρίση, η μεραρχία έφυγε.

Συνοψίζοντας τα πριν την κρίση της Κοφίνου:

  • Προσπάθεια του Ντενκτάς να έρθει στην Κύπρο.
  • Προκλήσεις Τουρκοκυπρίων.
  • Ο Σπαντιδάκης έρχεται στην Κύπρο και μιλά για γρήγορη λύση.
  • Ο Γρίβας πάει στην Αθήνα για συνομιλίες.
  • Η Αθήνα που "ήθελε πάρα πολύ" την επιχείρηση. Και συγκρίνοντας τα πριν, με τα όσα ακολούθησαν
  • Η ελληνική μεραρχία ανακλήθηκε στην Ελλάδα
  • Ο Γρίβας ανακλήθηκε στην Ελλάδα
  • Οι Τουρκοκύπριοι προχώρησαν ένα βήμα μπροστά, προς το σχηματισμό δικού τους κράτους, με το να δημιουργήσουν αμέσως μετά τα γεγονότα την "Προσωρινή Τουρκοκυπριακή Διοίκησή" τους.
Ποιο συμπέρασμα βγαίνει; Το συμπέρασμα είναι πως πολλοί θέλησαν την κρίση της Κοφίνου. Και η χούντα και η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι. Ακόμη και ο Μακάριος δε φάνηκε ν' αντιδρά στην πρόκληση αυτής της κρίσης.

Πολλοί ήθελαν την κρίση, αλλά διαφορετικοί ήταν οι λόγοι για τους οποίους ο καθένας την ήθελε.

Ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα: Μήπως υπήρξε συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για "παράλληλη δράση" στην Κύπρο και επίτευξη της "διπλής ένωσης" ή της διχοτόμησης; Μήπως ο Μακάριος πείστηκε από το Σπαντιδάκη πως εξυπηρετούσε με την κρίση αυτή το βασιλιά Κωνσταντίνο και τον βοηθούσε στην προσπάθειά του να "ρίξει" τους συνταγματάρχες; Γεγονός παραμένει πως ο βασιλιάς επιχείρησε αντιπραξικόπημα το Δεκέμβρη, που ήταν όμως εντελώς απροετοίμαστο, με αποτέλεσμα να συντριβεί από το καθεστώς των συνταγματαρχών με μεγάλη ευκολία. Ο Κωνσταντίνος ξεκίνησε με την οικογένειά του για τη Ρώμη. Και δεν επέστρεψε ποτέ πια στην Ελλάδα.

Φαίνεται, λοιπόν, πως τα πράγματα δεν πήγαν καλά για κανέναν απ' αυτούς που ήθελαν την κρίση. Γιατί ακριβώς ο καθένας την ήθελε για διαφορετικούς λόγους.

Έτσι τα γεγονότα οδηγήθηκαν στον γκρεμό.

Η Τουρκία απειλούσε ξανά θεούς και δαίμονες. Έστειλε επίσης τα πολεμικά της αεροπλάνα να πετάξουν πάνω από την Κύπρο όχι μόνο μια φορά, ενώ ο αποβατικός της στόλος είχε τεθεί ξανά σε πλήρη ετοιμότητα. Ο Τούρκος πρωθυπουργός Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ εξακόντιζε τελεσίγραφα. Και η σκιά του πολέμου κάλυψε ξανά το νησί.

Στην Αθήνα, η χούντα τρομοκρατήθηκε. Ο πρωθυπουργός Κόλιας έστειλε επείγον μήνυμα στο Μακάριο για ν' αποσυρθεί η Εθνοφρουρά από την Κοφίνου. Ο Μακάριος αρνήθηκε να υπακούσει. Μήπως περίμενε το βασιλιά να κινηθεί; Η χούντα, μετά την άρνηση του Μακαρίου, διέταξε απευθείας το Γρίβα ν' αποσύρει τις δυνάμεις του από την Κοφίνου. Χωρίς να συνεννοηθεί με τον πρόεδρο Μακάριο, ο Γρίβας υπάκουσε στην εντολή της Αθήνας.

Η Άγκυρα κτυπούσε το αδύνατο σημείο των Ελλήνων: Τη χούντα των Αθηνών: "Αν δε σταματήσουν αμέσως οι επιχειρήσεις κι αν δεν αποχωρήσει η Εθνική Φρουρά από την Κοφίνου, θα αρχίσει επίθεση στον Έβρο...".

Στη Λευκωσία το υπουργικό συμβούλιο συνεδρίαζε αδιάκοπα και οι υπουργοί Γεωρκάτζης, Παπαδόπουλος και Αραούζος θέλησαν να παραιτηθούν, διαμαρτυρόμενοι για την κατάσταση που επικρατούσε στην Εθνική Φρουρά, η οποία δεχόταν διαταγές κατευθείαν από την Αθήνα.

Στην Άγκυρα, η Βουλή συζητούσε κι ετοιμαζόταν να δώσει στην κυβέρνηση του Ντεμιρέλ έκτακτες εξουσίες για να χειριστεί δυναμικά την κατάσταση.

Στην Αθήνα επικρατούσε χάος και σύγχυση. Πανικόβλητη η χούντα, άρχισε τους τσακωμούς και τις προσπάθειες να ξαναβρεί κάποιον ένοχο για να του φορτώσει την ευθύνη. Αυτή τη φορά διάλεξε το Γρίβα, που τον κατηγόρησε πως είχε υπερβεί τις εντολές που είχε και πως είχε κάμει κατάχρηση εξουσίας. Ο στρατηγός ζήτησε να πληροφορηθεί που και πώς υπερέβη τις εντολές, υποστηρίζοντας πως είχε κινηθεί μέσα στα πλαίσια που του είχαν δοθεί. Η χούντα δεν σκοτίστηκε ν' απαντήσει.

Όταν η Άγκυρα διαπίστωσε πως το εύθραυστο καθεστώς των Αθηνών υπάκουσε αμέσως και χωρίς την παραμικρή αντίδραση στο πρώτο της τελεσίγραφο, επανήλθε μ' ένα δεύτερο τελεσίγραφο, που αξίωνε πολύ περισσότερα. Τώρα απαιτούσε:

  • Ν' αποχωρήσει από την Κύπρο η ελληνική μεραρχία μαζί με τον οπλισμό της.
  • Ν' ανακληθεί στην Αθήνα ο στρατηγός Γρίβας.
  • Ν' ανακληθούν, μαζί μ' αυτόν, και οι Έλληνες αξιωματικοί που στελέχωναν την Εθνοφρουρά
  • Να διαλυθεί η κυπριακή Εθνοφρουρά και ο οπλισμός της να παραδοθεί στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ
  • Να δοθούν αποζημιώσεις στους πληγέντες Τουρκοκύπριους.
Στις 18 του Νοέμβρη, ύστερα από ρητή εντολή των Αθηνών, ο Γρίβας εξέδωσε διαταγή, ήταν η τελευταία του προς την Εθνοφρουρά, με την οποία καλούσε τις ελληνοκυπριακές δυνάμεις να μην προκαλέσουν τους Τουρκοκυπρίους για κανένα λόγο και να μην αντιδράσουν στις δικές τους προκλήσεις. Διέταξε επίσης ν' αντιδράσουν, εφαρμόζοντας τις "ισχύουσες διαταγές", μόνο σε περίπτωση τουρκικής απόβασης ή προσπάθειας των Τουρκοκυπρίων να καταλάβουν θέσεις της Εθνοφρουράς.

Στο μεταξύ, στην Κύπρο, είχε διαταχτεί μερική επιστράτευση και πολλοί έφεδροι επιστρατεύτηκαν.

Την επόμενη μέρα, στις 19 του Νοέμβρη, ο Γρίβας αναχώρησε μυστικά για την Αθήνα, όπου είχε ανακληθεί. Μπροστά στη νέα αυτή κρίση ο στρατιωτικός αρχηγός έφευγε ξανά - όπως είχε γίνει και τον Αύγουστο του 1964, κατά τη διάρκεια των μαχών της Μανσούρας - και ο Μακάριος αφηνόταν πάλι μόνος! Η άμεση ανάκληση του Γρίβα από τη χούντα των Αθηνών, που ικανοποιούσε αμέσως τον ένα από τους όρους του τουρκικού τελεσιγράφου, δεν έκαμε την Άγκυρα να μετριάσει έστω και στο ελάχιστο τον τόνο της φωνής της. Έδινε στην Αθήνα προθεσμία 48 ωρών για να ικανοποιήσει όλους τους όρους της, ενώ τα πλοία της, γεμάτα στρατό, δεν περίμεναν παρά το νεύμα για να ξεκινήσουν. Ο πρόεδρος των Η.Π.Α. Λίντον Τζόνσον απέστειλε μηνύματα στη Λευκωσία, την Αθήνα και την Άγκυρα για ν' αποφύγουν τον πόλεμο και ανέθεσε σε ειδικό απεσταλμένο του, το Σάιρους Βανς, να μεσολαβήσει.

Ενώ ο Βανς, πρώην υφυπουργός Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών, έφτανε πρώτα στην Άγκυρα, οι ξένοι υπήκοοι στην Κύπρο, κυρίως Άγγλοι και Αμερικάνοι, απομακρύνονταν με ενέργειες των πρεσβειών τους, επειδή η κατάσταση ήταν κρίσιμη.

Ο πόλεμος ήταν σχεδόν αναπόφευκτος.

Αυτές τις τόσο κρίσιμες στιγμές εκείνος από τους Έλληνες που διατηρούσε την ψυχραιμία του ήταν ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος.

Στις 14 του Νοέμβρη, απεύθυνε προς τον Κυπριακό λαό το ακόλουθο διάγγελμά του: "Κατά τας κρισίμους αυτάς στιγμάς, τας οποίας διέρχεται η Κύπρος, αισθάνομαι την ανάγκην να επικοινωνήσω με τον Ελληνικόν Κυπριακόν λαόν, δια να καταστήσω τούτον κοινωνόν των σκέψεων και των αισθημάτων μου.

Επιθυμώ πρωτίστως να συστήσω προς όλους αυτοσυγκράτησιν έναντι των υπό τουρκικής πλευράς προκλήσεων και ψύχραιμον αντιμετώπισιν της καταστάσεως. Δεν αποκρύπτω ότι διερχόμεθα δραματικάς πράγματι στιγμάς, και τα νέφη του πολέμου απλούνται απαιτητικώς υπεράνω της Κύπρου.

Μισούμεν τον πόλεμον. Αγαπώμεν μετά πάθους και θέλομεν την ειρήνη. Πιστεύομεν ότι το Κυπριακόν πρόβλημα δύναται να λυθή ειρηνικώς. Πιστεύομεν ότι δυνάμεθα να συζήσωμεν ειρηνικώς μετά των Τούρκων της Κύπρου, όπως επί έτη εις το παρελθόν. Θα καταβάλωμεν πάσαν προσπάθειαν δια να αποφευχθή ο πόλεμος, διότι πιστεύομεν ότι ο πόλεμος δεν έχει ως αποτέλεσμα την λύσιν προβλημάτων, αλλά μόνον την συσσώρευσιν ερειπίων και θυμάτων. Δι' αυτό τον αποστρεφόμεθα και θέλομεν την αποφυγήν του.

Η αποτροπή όμως του απειλούντος την νήσον μας πολέμου, δεν εξαρτάται από ημάς. Πιθανώς ούτος να μας επιβληθή υπό της Τουρκίας, ήτις κατά τας τελευταίας ημέρας δεν έπαυσεν απειλούσα με πόλεμον την Κύπρον.

Ελπίζω και εύχομαι να πρυτανεύση η λογική και εν ειρηνική ατμοσφαίρα να συζητηθή η λύσις του Κυπριακού προβλήματος.

Εάν, όμως, παρ' ελπίδα, δεν συμβή τούτο και εάν ο πόλεμος επιβληθή, τότε θα αμυνθώμεν με όλα τα μέσα, με όλας τας δυνάμεις μας. Θα αμυνθώμεν δια την τιμήν και την αξιοπρέπειαν μας. Θα αγωνισθώμεν με υψηλά τα μέτωπα και την ψυχήν ορθίαν.

Ο αγών μας θα είναι αγών υπέρ πάντων.

Ο Θεός της ειρήνης έστω μεθ' ημών".

Οι Ελληνοκύπριοι άκουσαν με ψυχραιμία το δραματικό αυτό διάγγελμα του προέδρου τους. Και είναι πραγματικά εκπληκτικό με πόση ηρεμία - με γαλήνη σχεδόν - περίμεναν την τουρκική επίθεση.

Σαν να περιφρονούσαν τις τουρκικές απειλές.

Ταυτόχρονα με την αποστολή του Σάιρους Βανς, ο γενικός γραμματέας του Ο.Η.Ε. Ου Θαντ έστειλε δικό του απεσταλμένο, το Χοσέ Ρολζ Μπένετ, για μεσολάβηση.

Κινήθηκε - φυσικά - και το Ν.Α.Τ.Ο. προς την κατεύθυνση της Αθήνας και της Άγκυρας, για να προλάβει τη σύγκρουση μεταξύ δυο μελών του.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του Διεθνούς Οργανισμού συνήλθε ύστερα από αίτηση της Κύπρου και συζητούσε την όλη κατάσταση. Εκείνος όμως που κατόρθωσε τελικά να "συμβιβάσει" τα πράγματα, ήταν ο Σάιρους Βανς.

Ο Βανς ήταν άνθρωπος με πείρα.

Ήταν επίσης άνθρωπος με γνώσεις χειρισμών από στρατιωτικά ζητήματα και μεγάλες επιχειρήσεις. Εθεωρείτο επίσης πολύ ικανός "στο χειρισμό δύστροπων κρατιδίων". Είχε δράσει προηγουμένως στον Παναμά, στα 1964, και στον Άγιο Δομίνικο, στα 1965, όπου η κατάσταση ήταν τεταμένη και προβληματική για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Βανς κινήθηκε μεταξύ Άγκυρας και Αθήνας για μια ολόκληρη βδομάδα. Ωστόσο δε φαίνεται να κουράστηκε πολύ να πετύχει μια συμφωνία, αφού η συμφωνία αυτή ικανοποιούσε την Άγκυρα κι εξευτέλιζε την Αθήνα. Αλλά στην Αθήνα ποιος από αυτούς που κυβερνούσαν ήταν σε θέση ν' αντιταχτεί στον απεσταλμένο των Ηνωμένων Πολιτειών; Κανένας ασφαλώς.

Οι όροι της συμφωνίας που πέτυχε ο Βανς - όπως δημοσιεύτηκαν εκτός Ελλάδας - είναι:

Άμεση, μέσα σε 45 μέρες, απομάκρυνση ολόκληρου του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, δύναμης 8.000 ανδρών, που είχε σταλεί στην Κύπρο στα 1964.

Παραμονή στην Κύπρο της ΕΛ.ΔΥ.Κ. και της ΤΟΥΡΔΥΚ, δηλαδή των σταθμευμένων, με βάση τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, ελληνικών και τουρκικών δυνάμεων από 950 και 650 άντρες αντιστοίχως.

Άμεση διάλυση των τουρκικών στρατιωτικών συγκεντρώσεων στα μικρασιατικά παράλια, έναντι της Κύπρου.

Η Ελλάδα και η Τουρκία αναλαμβάνουν την υποχρέωση να σεβαστούν την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Δημοκρατίας της Κύπρου.

Αποστράτευση και αφοπλισμός των τοπικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο.

Διεύρυνση του αστυνομικού ρόλου της δυνάμεως των Ηνωμένων Εθνών που στάθμευε στην Κύπρο.

Είναι περισσότερο από ολοφάνερο πως με τη συμφωνία αυτή οι Αμερικανοί, διαμέσου του Βανς, ικανοποιούσαν πλήρως τις τουρκικές αξιώσεις και "έριχναν" την Ελλάδα και την Κύπρο.

Επειδή:

Αποχωρούσε η ελληνική μεραρχία που είχε στείλει ο Παπανδρέου στα 1964, αλλά ούτε καν αναφορά γινόταν για το στρατό που η Τουρκία είχε στείλει - επίσης μυστικά, από το 1960 μέχρι το 1967 - για ενίσχυση των Τουρκοκυπρίων.

Η Τουρκία αναλάμβανε μονάχα την υποχρέωση ν' αποσύρει τις δυνάμεις της από τα... δικά της παράλια απέναντι στην Κύπρο! Θα μπορούσε, οποτεδήποτε ήθελε, να τις ξανασυγκεντρώσει μέσα σε 12 ώρες. Ενώ η Ελλάδα δε θα είχε πια τρόπο να ενισχύσει την Κύπρο στρατιωτικά, λόγω της απόστασης κυρίως.

Γινόταν αποδεκτή η διάλυση των "τοπικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο", που αφορούσε ιδιαίτερα τις 15.000 περίπου άντρες της Εθνοφρουράς.

Το θέμα του Γρίβα δεν αναφερόταν, αφού ο στρατηγός είχε ήδη ανακληθεί, είχε υπακούσει στην εντολή της χούντας και είχε φύγει από τις 19 του Νοέμβρη.("Φαινόταν πολύ ταραγμένος καθώς έμπαινε στο αεροπλάνο", έγραψε Άγγλος δημοσιογράφος).

Με άλλα λόγια, κι ακόμη γενικότερα: Οι Αμερικανοί έδιωχναν την Ελλάδα από την Κύπρο. Δεν έκαναν όμως το ίδιο με την Τουρκία.

Η αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας άρχισε αμέσως, χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση και συμπληρώθηκε το Γενάρη του 1968, μέσα στην τακτή προθεσμία των 45 ημερών.

Στην Αθήνα ο Γεώργιος Παπανδρέου, αιχμάλωτος της χούντας, σχολίασε με πικρία: "Η δική μας φαυλοκρατία απέστειλεν εις την Κύπρον τον Στρατόν του Έθνους... Και η ιδική των στρατοκρατία τον αποσύρει...".

Ο απεσταλμένος του Αμερικανού Προέδρου Τζόνσον, ο Σάιρους Βανς, αφού πέτυχε να συμβιβάσει τα πράγματα μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας κι αφού απέσπασε τις υπογραφές των κυβερνήσεων της Αθήνας και της Άγκυρας για τη συμφωνία αυτή, έστρεψε τώρα την προσοχή του ολόκληρη στην Κύπρο και ιδιαίτερα προς τον πρόεδρο Μακάριο, για να διαπραγματευτεί μαζί του τα σημεία εκείνα της συμφωνίας που τον αφορούσαν.

Ήρθε στην Κύπρο ο Βανς, είδε χαράματα το Μακάριο, έφυγε, ξανάρθε, συζήτησε, διαπραγματεύτηκε και, σύμφωνα με τους δημοσιογράφους, "κουρασμένος και μελαγχολικός αναχώρησε από τη Λευκωσία. Η κοινή προσπάθεια Αμερικανών, Καναδών και Βρετανών να λύσουν την κρίση, αποσυντέθηκε με μεγάλη ταχύτητα. Με βάση όλα τα υπάρχοντα δεδομένα, ο κ. Βανς κατάφερε ν' αποτρέψει τον πόλεμο, αλλά οι υπολογισμοί των Ηνωμένων Πολιτειών για την αναδιάταξη των δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν έλαβαν υπόψη τους τον παράγοντα Μακάριος".

Γι' αυτό κι ο Σάιρους Βανς σκόνταψε στην Κύπρο, όπου άκουσε το Μακάριο να υποβάλλει τους δικούς του όρους, που ήταν:

Η Εθνοφρουρά δεν επρόκειτο να διαλυθεί, αλλά θα παρέμενε εν ενεργεία, τουλάχιστον για όσο καιρό δεν εξασφαλιζόταν μια ολοκληρωμένη λύση γενικού αφοπλισμού στην Κύπρο.

Μαζί με το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα που έφευγε, θα έπρεπε να φύγουν και οι άλλες ξένες δυνάμεις από την Κύπρο.

Απορρίπτεται η εισήγηση για αύξηση του αριθμού των μελών της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, καθώς και για διεύρυνση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων της.

Ζητείται να καταργηθούν τα συμβατικά δικαιώματα της Τουρκίας για δράση στην Κύπρο.

Ζητούνται επαρκείς εγγυήσεις για την ασφάλεια της Κύπρου από τον Ο.Η.Ε.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εξεπλάγησαν όταν πληροφορήθηκαν ότι ο Μακάριος έθετε όρους. Γιατί κανένας δεν πίστευε πως ο Κύπριος Πρόεδρος ήταν σε θέση να διαπραγματεύεται, κυριολεκτικά κάτω από τα τουρκικά πυροβόλα, και μάλιστα να θέτει και όρους, τη στιγμή που η Αθήνα είχε παραδοθεί χωρίς οποιαδήποτε, έστω και την ελάχιστη, αντίσταση.

Οι εφημερίδες, στην Αγγλία και στην Αμερική, εκδίδονταν με τίτλους σαν κι αυτούς: "Το Σχέδιο Βανς κινδυνεύει ν' ανατραπεί...". "Απειλείται πάλι η ειρήνη". "Νέες αξιώσεις του Μακαρίου...".

Μια ολόκληρη νύχτα, από το βράδυ της 2 προς το ξημέρωμα της 3 του Δεκέμβρη, μαχόταν ο Βανς να πείσει το Μακάριο να υποχωρήσει στις αξιώσεις της Άγκυρας και της Ουάσιγκτον, για διάλυση της Εθνοφρουράς. Ύστερα παραδέχτηκε την ήττα του, δήλωσε στους δημοσιογράφους πως: "Η αποστολή μου ετελείωσε..." και έφυγε.

Ο Μακάριος όχι μόνο αρνήθηκε να υποκύψει, μα έκαμε κιόλας σαφές στο Βανς πως δε δεσμευόταν από καμιά απόφαση της Αθήνας, η οποία είχε, ωστόσο, το δικαίωμα, να αποσύρει τα στρατεύματά της από το νησί.

Χαρακτηριστικά η αγγλική εφημερίδα "Ντέιλι Τέλεγκραφ" έγραφε στις 4 του Δεκέμβρη με οργή: "Οι ισχυρές ελληνικές δυνάμεις στην Κύπρο αποτελούσαν κάποτε ασπίδα εναντίον του ενδεχόμενου μιας τουρκικής εισβολής. Για αρκετό καιρό εντούτοις, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος φοβόταν μήπως οι δυνάμεις αυτές χρησιμοποιηθούν εναντίον του για να του επιβάλουν την αποδοχή μιας ελληνοτουρκικής ρύθμισης του Κυπριακού προβλήματος. Το αίτημα για την αποχώρησή τους έδωσε στο Μακάριο την δυνατότητα να ζητήσει να φύγουν όλες οι ξένες δυνάμεις από το νησί, ακόμη κι εκείνες που σταθμεύουν εκεί με βάση τις Συνθήκες.

"Επιπλέον, ζήτησε να καταργηθούν τα συμβατικά δικαιώματα της Τουρκίας και να του δοθούν εγγυήσεις από τον Ο.Η.Ε. Αρνείται δε να διαλύσει την παράνομη και βαριά οπλισμένη ελληνοκυπριακή "Εθνοφρουρά" κι αποκρούει την αύξηση των δυνάμεων και των αρμοδιοτήτων της ΟΥΝΦΙΚΥΠ.

"Για να τα κατορθώσει όλα αυτά, στηρίζεται στους φίλους που διαθέτει στα Ηνωμένα Έθνη, στην υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και στις προσπάθειες του Ν.Α.Τ.Ο. ν' αποτρέψει πόλεμο ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία".

Είναι γεγονός πως κατά τη διάρκεια της μεγάλης αυτής κρίσης - που διάρκεσε 19 συνολικά μέρες - όπως και στο παρελθόν, η Σοβιετική Ένωση βοήθησε το Μακάριο ν' αποκρούσει τα σχέδια των Δυτικών. Τα δε Ηνωμένα Έθνη, που διευθύνονταν από τον Ου Θαντ, αποδείχτηκαν πολύτιμο στήριγμα.

Η κρίση αυτή κι ο τρόπος με τον οποίο η Κύπρος την αντιμετώπισε, εξέπληξαν τους Δυτικούς αλλά και τους έκαμαν ν' αντιληφτούν πώς το μικρό αυτό νησί της Ανατολικής Μεσογείου δεν ήταν καθόλου εύκολη λεία.

Τρεις ήταν, βασικά, οι δυνάμεις πάνω στις οποίες βασίστηκε ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος για να προβάλει την αντίσταση και την άρνησή τους στις πιέσεις και στις απειλές της Τουρκίας και των Δυτικών:

  • Ο ίδιος ο κυπριακός ελληνισμός, ο οποίος στάθηκε συσπειρωμένος γύρω από τον αρχιεπίσκοπο, που υποστήριξε την πολιτική του και που παρουσιάστηκε αποφασισμένος ν' αντισταθεί και, στην ανάγκη, να πολεμήσει και να θυσιαστεί.
  • Ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών, που με τις έγκαιρες επεμβάσεις του, και ιδιαίτερα με τις εκκλήσεις που απεύθυνε προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ο γενικός γραμματέας του Ου Θαντ, αποθάρρυνε κάθε ξένη στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο.
  • Η Σοβιετική Ένωση, οι λοιπές Ανατολικές χώρες καθώς και άλλες χώρες που ήταν φιλικά προσκείμενες προς την Κύπρο, που με την αποφασιστική συμπαράστασή τους και πάλι αποθάρρυναν εκείνους που απειλούσαν να δράσουν στρατιωτικά στο νησί.
Ωστόσο η κρίση που ξέσπασε το Νοέμβρη και το Δεκέμβρη του 1967 δεν ανέδειξε κανένα απόλυτο νικητή. Μα και κανένας δεν ηττήθηκε κατά κράτος, εκτός από τη χούντα των Αθηνών.

Οι υπόλοιποι κέρδισαν κάτι και έχασαν κάτι άλλο.

Ο Μακάριος φαίνεται πως κέρδισε τα περισσότερα: Η αποχώρηση του Γεώργιου Γρίβα από την Κύπρο τον απάλλαξε από ένα μόνιμο πονοκέφαλο και η αποχώρηση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος μπορεί να ερμηνευτεί και σαν απομάκρυνση του κινδύνου για βίαιη δράση της χούντας των Αθηνών στην Κύπρο.

Ταυτόχρονα όμως η αποχώρηση της μεραρχίας από το νησί εξασθένιζε σε πολύ μεγάλο βαθμό την άμυνα της Κύπρου. Ο Μακάριος κέρδισε επίσης στο να διατηρήσει ανέπαφη την Εθνική Φρουρά - που εξακολουθούσε να στελεχώνεται από Έλληνες αξιωματικούς - και ν' απομακρύνει αρκετά τον άμεσο κίνδυνο τουρκικής στρατιωτικής δράσης. Ταυτόχρονα, ξεπερνώντας την κρίση αυτή, ενίσχυσε και επέβαλε το καθεστώς του. Η ψυχολογική νίκη, επίσης, που κέρδισε ενάντια στην Τουρκία και τους Τουρκοκύπριους, αλλά κι ενάντια στη χούντα των Αθηνών και στους Δυτικούς, ήταν μεγάλη.

Η Άγκυρα κέρδισε επίσης πολλά. Την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Κύπρο, πράγμα που θα την ευκόλυνε πάρα πολύ σε μια μελλοντική δράση στο νησί. Κέρδισε επίσης την εκδίωξη της Ελλάδας από την Κύπρο, που ήταν πια οριστική, αφού από δω και μπρος δεν επρόκειτο να σταλεί ελληνικός στρατός στην Κύπρο κι αν γινόταν προσπάθεια να σταλεί κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης, ήταν εύκολο ν' ανακοπεί στο δρόμο από την τουρκική αεροπορία. Η απογοήτευση των Ελληνοκυπρίων από τη στάση της Αθήνας ενάντια στην κρίση ήταν το κέρδος της Άγκυρας στον ψυχολογικό τομέα.

Οι Αμερικανοί απέτυχαν να εφαρμόσουν τα σχέδιά τους στην Κύπρο και στην περιοχή γενικότερα, ύστερα από την αντίσταση του Μακαρίου, αλλά πέτυχαν ν' αποφύγουν μια στρατιωτική αναμέτρηση μεταξύ Ελλάδας - Κύπρου -Τουρκίας, που θα είχε καταστροφικές συνέπειες στη συνοχή και διατήρηση σε καλή κατάσταση της Συμμαχίας του Ν.Α.Τ.Ο. Απέτυχαν να υποτάξουν την Κύπρο και έχασαν εντελώς την εμπιστοσύνη των Ελληνοκυπρίων.

Από τη δική τους πλευρά οι Τουρκοκύπριοι πήραν μεν ένα ακόμη μάθημα στο πεδίο της μάχης, βρήκαν όμως την ευκαιρία να κάμουν ένα βήμα ακόμη προς τη διχοτόμηση με το ν' ανακηρύξουν δική τους "Διοίκηση", που θα εξελισσόταν σε "Κυβέρνηση". Η ανακήρυξη όμως από το Φαζίλ Κιουτσούκ - στο τέλος του Δεκέμβρη - της, "Προσωρινής Τουρκοκυπριακής Διοίκησης" και η ταυτόχρονη παρουσία στην Κύπρο του γενικού διευθυντή του τουρκικού υπουργείου των Εξωτερικών Κιουνεράλπ, καθώς και του συμβούλου της τουρκικής κυβέρνησης Μπιλγκέ, δεν ήταν αρκετά για να εξουδετερώσουν την απογοήτευση και την απαισιοδοξία των τουρκοκυπριακών μαζών.

Η κρίση, λοιπόν, ξεπεράστηκε με μια σειρά από συμβιβασμούς και υποχωρήσεις των πάντων.

Και ξανάρθε η ηρεμία, όπως συνέβαινε συνήθως στο ζήτημα της Κύπρου, το οποίο αποτελούνταν από μια σειρά θύελλες, που η καθεμιά ακολουθούσε την άλλη μ' ένα μεσοδιάστημα ύποπτης γαλήνης.

Τώρα καθένας από τους αντίπαλους μελετούσε την κατάσταση όπως είχε διαμορφωθεί, έκανε εκτίμηση των αποτελεσμάτων, ανασυγκροτούσε τις δυνάμεις του και σχεδίαζε τις παραπέρα ενέργειές του.

Καθένας είχε τα δικά του σχέδια.

Η Κύπρος προσπαθούσε να διατηρήσει και να ενισχύσει την ανεξαρτησία της.

Η Τουρκία προσπαθούσε να καταλύσει αυτήν την ανεξαρτησία.

Η Ελλάδα είχε ανάγκη από ένα "θρίαμβο" που θα στήριζε τη χούντα, αλλά για να το πετύχει, έπρεπε, κατά την εκτίμησή της, να φύγει από τη μέση ο Μακάριος.

Η Αμερική και το Ν.Α.Τ.Ο. ήθελαν να υποτάξουν την Κύπρο που τους ήταν χρήσιμη σαν ένα ισχυρό φυλάκιό τους στην περιοχή των πετρελαίων.

Ποιος απ' όλους αυτούς θα έκανε τώρα το επόμενο βήμα; Και ποιο θα ήταν αυτό; Στο μεταξύ συνεχίζονταν οι προσπάθειες του Ο.Η.Ε. για επίτευξη ειρηνικής λύσης του Κυπριακού ζητήματος και μέσα στο 1968 σημειώθηκε μια νέα εξέλιξη: άρχισαν οι διακοινοτικές συνομιλίες, μεταξύ των Γλαύκου Κληρίδη και Ραούφ Ντενκτάς, εκπροσώπων της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς αντίστοιχα. Οι συνομιλίες αυτές, που συνεχίστηκαν κατά τα επόμενα χρόνια και που αργότερα διευρύνθηκαν με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων από την Ελλάδα και την Τουρκία, σημείωσαν αργή αλλά σταθερή πρόοδο και αναμενόταν ότι σε πολλές από τις ζωτικές διαφορές των δυο πλευρών θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί τελική συμφωνία που θα άνοιγε το δρόμο για την τελική ρύθμιση του ζητήματος. Ένας νέος παράγοντας όμως παρουσιάστηκε, που εξουδετέρωσε τελικά τη θέση ισχύος της ελληνοκυπριακής πλευράς: η εμφύλια διαμάχη. Είναι γεγονός ότι η ενθάρρυνση διάφορων στοιχείων στην ελληνοκυπριακή κοινότητα, από μέρους της ελληνικής χούντας, τους έδωσε τη δυνατότητα για εγκληματικές δραστηριότητες (οι οποίες και δε θ' αναλαμβάνονταν χωρίς σοβαρή υποστήριξη).

Πρώτα ιδρύθηκε το Εθνικό Μέτωπο και ακολούθησε η ίδρυση της Ε.Ο.Κ.Α. Β' από το στρατηγό Γρίβα, ο οποίος κι επέστρεψε μυστικά στην Κύπρο το 1971. Οι δραστηριότητες των παράνομων αυτών ομάδων σχετίστηκαν με την αναθέρμανση και επαναπροβολή του αιτήματος για ένωση του νησιού με την Ελλάδα και στην όλη προσπάθεια που κατευθυνόταν από την ελληνική χούντα εισήλθαν και άλλες δυνάμεις στο νησί (όπως οι τρεις μητροπολίτες). Εκτός απ' αυτά, μια απόπειρα κατά της ζωής του Έλληνα δικτάτορα Γεωργίου Παπαδοπούλου, που ξεκίνησε από την Κύπρο, καθώς και μια απόπειρα κατά της ζωής του Κυπρίου προέδρου αρχιεπισκόπου Μακαρίου, που ξεκίνησε από την Αθήνα, αποτέλεσαν πρόσθετα σοβαρά γεγονότα που οδήγησαν σταδιακά στην αντιπαράθεση της ελληνικής με την κυπριακή κυβέρνηση. Η ενθάρρυνση, εκ μέρους της ελληνικής χούντας, των ακραίων ενωτικών στοιχείων στην Κύπρο (μάλιστα μετά που η ίδια η χούντα είχε αποδεχτεί επίσημα και μυστικά τον αποκλεισμό της ένωσης με την ελληνοτουρκική συμφωνία της Λισσαβώνας, το 1971) που κατέληξαν να ασκούν απλώς αντιμακαριακή δυναμική πολιτική, καθώς και οι επεμβάσεις της χούντας, κατά τρόπο απροκάλυπτο, στα εσωτερικά ζητήματα της Κύπρου, όπως επίσης και η απαίτηση για τυφλή υπακοή της κυπριακής κυβέρνησης στο "εθνικόν κέντρον", ήταν γεγονότα που όξυναν την κρίση στις σχέσεις Αθηνών και Λευκωσίας.

Οι Τούρκοι, εκμεταλλευόμενοι τώρα την κατάσταση αποσταθεροποίησης που δημιουργήθηκε, δεν επείγονταν για συμφωνία, προτιμώντας να τηρούν στάση αναμονής και προσμένοντας κάτι καλύτερο για τη δική τους πλευρά. Και πράγματι, τούτο συνέβη το καλοκαίρι του 1974.

Ήταν το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου.

Το πραξικόπημα της 15.7.1974 Το πραξικόπημα της 15ης του Ιούλη του 1974 κατά της νόμιμης κυβέρνησης του τότε προέδρου αρχιεπισκόπου Μακαρίου είναι ένα από τα συγκλονιστικότερα και σοβαρότερα γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας της Κύπρου. Η πραγματοποίηση της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στο νησί λίγες μόνο μέρες αργότερα, στις 20 του Ιούλη του 1974, ήταν το δεύτερο και καταστροφικότερο σκέλος που συμπλήρωσε το δίπτυχο της συμφοράς.

Προηγήθηκαν: Το πραξικόπημα της 15ης του Ιούλη του 1974 καθοδηγήθηκε και διατάχτηκε από κέντρα αποφάσεων εκτός Κύπρου. Από την Αθήνα έδρα της στρατιωτικής χούντας που κυβέρνησε την Ελλάδα για 7 χρόνια (1967-1974), όπως απέδειξαν τα ίδια τα γεγονότα. Προφανώς όμως η τελική έγκριση για διεξαγωγή της ενέργειας αυτής είχε δοθεί από άλλα, μεγαλύτερα κέντρα αποφάσεων, όπου η έρευνα δεν μπόρεσε να φτάσει. Καθολική υπήρξε η πεποίθηση στην Κύπρο ότι η διενέργεια του πραξικοπήματος ήταν ιδιαίτερα σοβαρή ενέργεια, ώστε να μη μπορούσαν να την αποφασίσουν από μόνοι τους οι στρατιωτικοί δικτάτορες της Αθήνας. Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι το καθεστώς στην Ελλάδα δεν μπορούσε να στηριχτεί χωρίς την ανοχή - ακόμη και τη βοήθεια - των δυτικών συμμάχων της χώρας. Δηλαδή του Ν.Α.Τ.Ο. και κατ' επέκταση των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Τα γενικότερα όσο και τα ειδικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών στη ζωτική όσο κι εκρηκτική Μέση Ανατολή και την περιοχή των πετρελαίων, δεν μπορούσαν να παραγνωρίσουν τον παράγοντα Κύπρος. Η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή ήταν, ταυτόχρονα, περιοχή "επαφής" των σφαιρών επιρροής των υπερδυνάμεων, του ανατολικού και του δυτικού κόσμου. Η στρατηγική σημασία της Κύπρου ήταν ιδιαίτερα κατανοητή ακόμη κι από το 1950-1956 και η δήλωση την περίοδο εκείνη του Άγγλου υφυπουργού Χόπκινσον ότι το νησί, λόγω των ιδιαζουσών συνθηκών, δε θα μπορούσε ποτέ να καταστεί πλήρως ανεξάρτητο, ήταν πολύ χαρακτηριστική και σαφής. Ταυτόχρονα το χρόνιο Κυπριακό ζήτημα ήταν φανερό ότι διασπούσε τη μια (και σπουδαιότερη) πτέρυγα του Ν.Α.Τ.Ο., αφού εξαιτίας του Κυπριακού, βρίσκονταν μόνιμα σε κατάσταση εχθρική δυο βασικά στελέχη της συμμαχίας, η Ελλάδα και η Τουρκία.

Η λύση που επιβλήθηκε το 1959-1960 (Ζυρίχη - Λονδίνο) αποδείχτηκε σύντομα, ίσως συντομότερα κι απ' ότι αναμενόταν, ότι δε λειτουργούσε. Και το πρόβλημα παρέμενε. Το 1964, αν και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών εργαζόταν για εξεύρεση λύσης στο Κυπριακό, οι Ηνωμένες Πολιτείες επενέβησαν αυτόκλητα και διαμέσου του δικού τους μεσολαβητή, του Ντιν Άτσεσον, πρότειναν δική τους λύση που προσπάθησαν να την επιβάλουν ακόμη και με πολλές πιέσεις πάνω στην τότε ελληνική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, το 1965. Ο Παπανδρέου αρνήθηκε να ενδώσει και μέσα στον ίδιο χρόνο (Ιούλης του 1965) αποπέμφθηκε από το παλάτι. Ακολούθησε στην Ελλάδα μια περίοδος πολιτικής αστάθειας, που κατέληξε στην επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας τον Απρίλη του 1967. Στην Κύπρο ο πρόεδρος Μακάριος δεν αντιμετώπισε παρόμοια προβλήματα. Κι επειδή δεν υπήρχε ισχυρή αντιπολίτευση, κι επειδή ήταν πανίσχυρος στο εσωτερικό ο ίδιος, κι επειδή (ως αδέσμευτος) μπόρεσε να εξασφαλίσει τα νώτα του, χρησιμοποιώντας ως στηρίγματα τον Ο.Η.Ε., το Κίνημα των Αδέσμευτων, τις προσωπικές του φιλίες (λ.χ. με το Νάσερ της Αιγύπτου), ακόμη και τη βοήθεια που ήταν δυνατό να εξασφαλίσει από τη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες ανατολικές χώρες.

Μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις (μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων) και τον αυτοεγκλωβισμό των Τουρκοκυπρίων στις περιοχές όπου πλειοψηφούσαν, κι αφού μπόρεσε ν' αντιμετωπίσει τις απειλές της Τουρκίας για στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο, κι αφού ακόμη μπόρεσε να διασφαλίσει τη διεθνή αναγνώριση και υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο πρόεδρος Μακάριος συμφώνησε στην έναρξη διαλόγου μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε. Ο διάλογος άρχισε το 1968 και προχωρούσε πολύ αργά, αλλά σταθερά. Τα πράγματα στην Κύπρο έγιναν τώρα πιο ήρεμα, ιδίως μετά τις μεγάλες κρίσεις του 1964(διακοινοτικές συγκρούσεις και επέμβαση της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας που βομβάρδισε την περιοχή της Τηλλυρίας) και του 1967(μάχη της Κοφίνου, απειλές της Τουρκίας για εισβολή, απόσυρση από το νησί της ελληνικής μεραρχίας και του στρατηγού Γρίβα).

Γύρω στα 1969-1970 ο Μακάριος φάνηκε ότι θα ήταν ο μεγάλος κερδισμένος. Στο εσωτερικό ήταν πάντοτε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης κι ο απόλυτος κυρίαρχος. Στο εξωτερικό το κύρος του ήταν τεράστιο και η προσωπικότητά του διεθνώς ανεγνωρισμένη. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν φήμες ότι δυνατό να ήταν ο επόμενος μεγάλος ηγέτης ολόκληρου του ελληνισμού, μερικοί μάλιστα τον παρομοίασαν με τον Ελευθέριο Βενιζέλο που, ξεκινώντας από ένα νησί (την Κρήτη) ανέτρεψε μια ελληνική δικτατορία κι οδήγησε την Ελλάδα προς τα εμπρός, κι ανέμεναν ότι κι ο Μακάριος, ξεκινώντας επίσης από ένα νησί (την Κύπρο), ήταν δυνατό να πράξει το ίδιο. Τέτοιες απόψεις θορυβούσαν τον Έλληνα δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Μάλιστα μια απόπειρα κατά της ζωής του δικτάτορα (απόπειρα Αλ. Παναγούλη) που ξεκίνησε από την Κύπρο, με ανάμειξη του τότε Κυπρίου υπουργού Εσωτερικών και Άμυνας Πολυκάρπου Γεωρκάτζη, ήρθε ν' αυξήσει τους φόβους του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος. Και το καθεστώς του Παπαδόπουλου αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί, στρεφόμενο κατά του Μακαρίου.

Ο Παπαδόπουλος ζήτησε από το Μακάριο πλήρη υποταγή, με υπακοή του σε οποιεσδήποτε αποφάσεις λαμβάνονταν στην Αθήνα (στο εθνικό κέντρο όπως το ονόμασε), και λίγο αργότερα ζήτησε να γίνουν υποχωρήσεις από ελληνοκυπριακής πλευράς στο συνεχιζόμενο στο νησί διακοινοτικό διάλογο. Η πρώτη απαίτηση του Παπαδόπουλου (υπακοή στον ίδιο) μπορεί να εξηγηθεί εύκολα. Ο Μακάριος την απέρριψε τονίζοντας πως δεν μπορούσε να δέχεται απλώς εντολές σε ζητήματα που αφορούσαν την επιβίωση της ίδιας της Κύπρου της χώρας της οποίας ήταν ο εκλεγμένος πρόεδρος. Η δεύτερη απαίτηση του Παπαδόπουλου ήταν ακόμη πιο περίεργη: γιατί υποχωρήσεις έναντι των Τούρκων από ελληνοκυπριακής πλευράς, τη στιγμή που η πλευρά αυτή ήταν η ισχυρή (κι εσωτερικά και διεθνώς), τη στιγμή που δεν ασκούνταν ιδιαίτερα σκληρές πιέσεις, κι εφόσον ήταν δυνατό να επιτευχθεί μια λύση ιδιαίτερα συμφέρουσα για τους Ελληνοκυπρίους; Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η απαίτηση για υποχωρήσεις εκ μέρους του Μακαρίου δεν προήλθε από τον ίδιο τον Παπαδόπουλο αλλά από τους δυτικούς συμμάχους της Ελλάδας, διαμέσου του. Το παλιό διχοτομικό σχέδιο Άτσεσον δεν είχε ξεχαστεί από τους Αμερικάνους κι εξακολουθούσε ν' αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής τους πάνω στο Κυπριακό. Ο "κίνδυνος" να μπορέσει η Κύπρος να καταστεί πραγματικά ανεξάρτητη και κυρίαρχη Δημοκρατία, φαίνεται ότι δεν ανησυχούσε μόνο την Τουρκία αλλά και τη Μεγάλη Βρετανία και τους στρατιωτικούς κύκλους του Ν.Α.Τ.Ο.

Ο Παπαδόπουλος τελεσιγραφικά σχεδόν ζήτησε από το Μακάριο να υποκύψει, απειλώντας τον, σε αντίθετη περίπτωση, με τη λήψη "πικρών μέτρων". Ο Μακάριος αρνήθηκε να υπακούσει. Και άρχισε πλέον η "αντίστροφη μέτρηση".

Είναι φανερό από τις ενέργειες που έγιναν, ότι το στρατιωτικό καθεστώς αποφάσισε να κτυπήσει το Μακάριο χρησιμοποιώντας διάφορες καταστάσεις στην ίδια την Κύπρο ή και δημιουργώντας καταστάσεις: Άρχισε ξαφνικά να προβάλλεται και πάλι στο νησί το ζήτημα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα κι ο Μακάριος άρχισε να κατηγορείται ως προδότης γιατί είχε εγκαταλείψει το ιδανικό της ένωσης. Ο στρατηγός Γρίβας, που από το 1967 που ανακλήθηκε από την Κύπρο επιτηρούνταν από το καθεστώς της Αθήνας, αφέθηκε να "εξαφανιστεί", λίγο αργότερα έγινε γνωστό ότι είχε επανέλθει μυστικά στην Κύπρο, όπου ίδρυσε την οργάνωση Ε.Ο.Κ.Α. Β', με σκοπό ν' αγωνιστεί υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, πολεμώντας ακόμη και το Μακάριο.

Εξάλλου, με καθοδήγηση της ελληνικής πρεσβείας στη Λευκωσία, ξεσηκώθηκαν οι τρεις Κύπριοι μητροπολίτες (Πάφου Γεννάδιος, Κιτίου Άνθιμος και Κυρηνείας Κυπριανός) που θυμήθηκαν ξαφνικά ότι ήταν ασυμβίβαστο το αρχιερατικό με το κοσμικό αξίωμα κι απαίτησαν από το Μακάριο να παραιτηθεί από την προεδρία, αφού ήταν κι αρχιεπίσκοπος.

Έτσι, το καθεστώς των Αθηνών κινητοποίησε κάθε πιθανό αντίπαλο ή εχθρό του Μακαρίου στο νησί, κι όλους μαζί τους στράτευσε εναντίον του. Ταυτόχρονα χρησιμοποίησε κατά του καθεστώτος Μακαρίου και τους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού που βρίσκονταν στην Κύπρο, τόσο ως ελληνικό απόσπασμα (ΕΛ.ΔΥ.Κ.), όσο κι ως ηγεσία και στελέχη της κυπριακής Εθνικής Φρουράς.

Η τραγική περίοδος 1972-1974

Την υποστήριξη των ενεργειών αυτών του δικτατορικού καθεστώτος των Αθηνών από ευρύτερες δυτικές δυνάμεις φανερώνει και το γεγονός της άμεσης ανάμειξης σε εσωτερικά ζητήματα της Κύπρου, και κατά παράβαση κάθε δεοντολογικού κανόνα, του τότε γενικού γραμματέα του Ν.Α.Τ.Ο. Τζόζεφ Λουνς. Ο Λουνς δήλωσε ότι ο Μακάριος δεν ήταν πλέον σταθερός παράγοντας στην περιοχή κι εξέφρασε υποστήριξη προς το εκκλησιαστικό πραξικόπημα των τριών μητροπολιτών.

Ο Μακάριος, μπροστά σ' αυτές τις κρίσιμες για τον ίδιο, αλλά και για την Κύπρο, καταστάσεις προσπάθησε - όπως το συνήθιζε - να κερδίσει χρόνο και ίσως να πετύχει κάποιους συμβιβασμούς. Επανειλημμένα συναντήθηκε με τους τρεις μητροπολίτες, όπως συναντήθηκε και με το Γρίβα μυστικά στη Λευκωσία. Όταν όμως είδε πως τόσο οι μητροπολίτες όσο κι ο Γρίβας ήταν ακλόνητοι στην αξίωσή τους να παραιτηθεί, πέρασε στην αντεπίθεση: προκήρυξε προεδρικές εκλογές για τις αρχές του 1973, προσέφυγε δηλαδή στη λαϊκή ετυμηγορία, πράξη που πρέπει να δυσαρέστησε το δικτατορικό καθεστώς της Αθήνας όπου δε λειτουργούσαν οι δημοκρατικές διαδικασίες. Κανένας από τους αντιπάλους του δεν τόλμησε ν' αναμετρηθεί με το Μακάριο στις κάλπες κι έτσι στις 8.2.1973 επανεκλέχτηκε πανηγυρικά πρόεδρος της Κύπρου, με τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις μιας λαοθάλασσας οπαδών του που είχε συγκεντρωθεί στην Αρχιεπισκοπή. Η απάντηση των επιστρατευμένων αντιπάλων του δεν άργησε να έρθει. Αφενός οι μητροπολίτες συνάχτηκαν και τον "καθαίρεσαν" (αντικανονικά, αφού για καθαίρεση αρχιερέα απαιτείται σύνοδος 12 τουλάχιστον επισκόπων) και αφετέρου ο Γρίβας ενέτεινε τη δράση του που περιλάμβανε ανατινάξεις κυβερνητικών στόχων, δολοφονίες, αντάρτικο, απαγωγές, εκρήξεις βομβών.

Ο Γρίβας θα πρέπει να ήταν ο περισσότερο απογοητευμένος: δε βρέθηκαν πολλοί να ακολουθήσουν το στρατιωτικό ηγέτη που το 1955-1959 είχε την καθολική υποστήριξη του κυπριακού Ελληνισμού. Όμως το 1955- 1959 διεξήγε απελευθερωτικό αγώνα κατά των Άγγλων κυρίαρχων, ενώ τώρα έκανε εμφύλιο πόλεμο. Αντίθετα, βρέθηκαν πολλοί που ήταν έτοιμοι - και το έπραξαν - να υπερασπιστούν το Μακάριο με κάθε τρόπο, ακόμη και με τα βίαια μέσα που χρησιμοποιούσε η Ε.Ο.Κ.Α. Β'. Ωστόσο ο Μακάριος αρνήθηκε πεισματικά να συγκρουστεί ανοικτά με το Γρίβα, και αρνήθηκε ακόμη και να τον συλλάβει. Μάλιστα μόνο μετά το θάνατο του στρατηγού, στις αρχές του 1974, προχώρησε για να κηρύξει την Ε.Ο.Κ.Α. Β' παράνομη οργάνωση.

Στο μεταξύ η εκκλησιαστική κρίση που δημιουργήθηκε συνέβαλε σημαντικά στο διχασμό του λαού. Αντεπιτιθέμενος ο Μακάριος συγκάλεσε μείζονα σύνοδο στη Λευκωσία τον Ιούλη του 1973, με συμμετοχή δυο πατριαρχών και πολλών επισκόπων. Η σύνοδος καθαίρεσε τους τρεις μητροπολίτες. Στη συνέχεια έγιναν εκλογές και εκλέχτηκαν άλλοι ιεράρχες.

Η περίοδος 1972-1973 χαρακτηρίζεται από βία και αντιβία. Ο ίδιος ο Μακάριος σχεδόν καθημερινά βρισκόταν, όπως ο ίδιος είπε, "υπό σκιάν θανάτου". Απόπειρες κατά της ζωής του έγιναν ή και αποκαλύφτηκαν, ενώ αποκαλύφτηκαν και ματαιώθηκαν και ευρύτερα πραξικοπηματικά σχέδια, όπως το σχέδιο Απόλλων. Στα ελεγχόμενα από Ελλαδίτες αξιωματικούς στρατόπεδα της Εθνικής φρουράς οργίαζε η αντιμακαριακή προπαγάνδα. Από τα στρατόπεδα αυτά τροφοδοτούνταν με πολεμικό υλικό η Ε.Ο.Κ.Α. Β' και στα στρατόπεδα εύρισκαν καταφύγιο και προστασία τα μέλη της.

Οι ακριβείς προθέσεις του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου δεν είναι σαφείς. Είναι γνωστό ότι ένα πραξικόπημα που επέκειτο, ματαιώθηκε ύστερα από κυπριακές παραστάσεις προς τους Αμερικανούς και δική τους σύσταση προς το δικτάτορα Παπαδόπουλο. Σε κάποιο στάδιο, μέσα στο 1973, ο Παπαδόπουλος ήρθε σε σύγκρουση με το Γρίβα στην Κύπρο και του έκοψε την ελληνική χρηματική υποστήριξη προς την Ε.Ο.Κ.Α. Β'. Ο Γρίβας κατάγγειλε το καθεστώς των Αθηνών ότι προσπάθησε να τον δολοφονήσει. Οι λόγοι της σύγκρουσης αυτής δεν είναι ακριβώς γνωστοί. Θα πρέπει να αφορούσαν σοβαρές διαφορές απόψεων σχετικά με το τι γινόταν στην Κύπρο, όμως ποιες ήταν οι απόψεις της κάθε πλευράς δεν είναι γνωστό. Υποστηρικτές του Γρίβα υπέθεταν ότι ο στρατηγός αρνιόταν να ηγηθεί πραξικοπήματος κατά του αρχιεπισκόπου, όπως αξίωνε ο Παπαδόπουλος. Ίσως πάλι να συνέβαινε το αντίθετο.

Αλλά τότε έπεσε, ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, με τα γεγονότα της εξέγερσης των φοιτητών του Πολυτεχνείου στην Αθήνα, το Νοέμβρη του 1973. Το διάδοχο σχήμα βρισκόταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του ταξίαρχου Δημητρίου Ιωαννίδη. Κι αυτός θέλησε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα όσο το δυνατό πιο σύντομα. Επανέλαβε κι αύξησε την οικονομική ενίσχυση της οργάνωσης του Γρίβα, και εξαπέλυσε του Ελλαδίτες αξιωματικούς που βρίσκονταν στην Κύπρο σε ένα όργιο αντιμακαριακών δραστηριοτήτων.

Αλλά στις 27 του Γενάρη του 1974 ο Γρίβας πέθανε στο σπίτι όπου διέμενε, στη Λεμεσό. Ο θάνατός του, που έγινε κι αυτός αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης, διαφοροποίησε τα πράγματα. Αφού τέλειωσε το λαϊκό προσκύνημα, εκφωνήθηκαν οι λόγοι κι έγινε η κηδεία, άρχισε στις τάξεις της Ε.Ο.Κ.Α. Β' η διαμάχη για τη διαδοχή. Αυτεπάγγελτα την αρχηγία ανέλαβε ο Ελλαδίτης ταγματάρχης Γεώργιος Καρούσος, που όμως κρίθηκε από τον ταξίαρχο Ιωαννίδη ως μετριοπαθής, άρα ακατάλληλος, κι απομακρύνθηκε από την Κύπρο. Τότε ο Μακάριος προχώρησε στην κήρυξη της Ε.Ο.Κ.Α. Β' ως παράνομης οργάνωσης. Το καλά εκπαιδευμένο Εφεδρικό Σώμα που είχε ιδρύσει, κατόρθωσε σε σχετικά σύντομο χρόνο να εξαρθρώσει την οργάνωση αυτή. Και τότε επενέβη ο στρατός.

Το πραξικόπημα

Ήταν φανερό ότι με το θάνατο του Γρίβα ο ρόλος της Ε.Ο.Κ.Α. Β' είχε τελειώσει. Η οργάνωση αυτή, εξάλλου, δεν είχε κατορθώσει να γίνει τόσο ισχυρή, ούτε διέθετε τα απαραίτητα μέσα, για να προχωρήσει από μόνη της στη διενέργεια πραξικοπήματος. Κι ούτε είχε οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας, έστω κι αν δοκίμαζε κάτι τέτοιο. Απλούστερα, η Ε.Ο.Κ.Α. Β' κι ο ίδιος ο Γρίβας χρησιμοποιήθηκαν, όπως χρησιμοποιήθηκαν κι οι τρεις μητροπολίτες, μόνο για την πρώτη πράξη του δράματος: για τη δημιουργία στην Κύπρο της έντασης, της αντιπαράθεσης, της ανωμαλίας, γενικά κατάστασης εμφυλίου σπαραγμού, κατάστασης που θα "επέβαλλε" και θα "δικαιολογούσε" την τελική επέμβαση του στρατού. Για την κινητοποίηση Κυπρίων κατά του Μακαρίου χρησιμοποιήθηκε η ευαισθησία κι ο πατριωτισμός πολλών, που πίστεψαν σε ένα νέο αγώνα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το στρατιωτικό καθεστώς της Αθήνας χρησιμοποίησε τα όργανά του στην Κύπρο για μεγάλης έκτασης προπαγάνδα υπέρ της ένωσης, κατηγορώντας το Μακάριο ότι ήταν το εμπόδιο για την πραγματοποίησή της. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι το καθεστώς της Ελλάδας είχε μυστικά συμφωνήσει με την Τουρκία κι άλλους ενδιαφερόμενους, στο παρασκήνιο συνόδου του Ν.Α.Τ.Ο. στη Λισσαβώνα, το 1971 τον αποκλεισμό της ένωσης! Όταν πια η Ε.Ο.Κ.Α. Β' έγινε ακίνδυνη και προχωρούσε προς πλήρη διάλυση, ο Μακάριος στράφηκε κατευθείαν προς αυτό τούτο το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας. Με τη γνωστή επιστολή του προς το στρατηγό Γκιζίκη, που ήταν διορισμένος πρόεδρος, ημερομηνίας 2.7.1974, ο Μακάριος κατηγορούσε ευθέως το στρατιωτικό καθεστώς ότι ήταν ο υποκινητής της παρανομίας στην Κύπρο, ότι προσπαθούσε να δολοφονήσει τον ίδιο, κι ότι ευθυνόταν για την τραγική κατάσταση στην οποία βρισκόταν τη στιγμή εκείνη ο κυπριακός Ελληνισμός. Με την ίδια μακροσκελή επιστολή του (που μάλιστα τη χαρακτήρισε ως μη απόρρητη και την έδωσε στη δημοσιότητα), ο Μακάριος ζητούσε από την Αθήνα να αποσύρει από την Κύπρο τους Ελλαδίτες αξιωματικούς που στελέχωναν και διοικούσαν την Κυπριακή Εθνική Φρουρά.

Η απάντηση του καθεστώτος του δικτάτορα Ιωαννίδη ήρθε το πρωί της 15ης του Ιούλη του 1974. Κι ήταν το στρατιωτικό πραξικόπημα.

Ο Μακάριος, όπως εξήγησε σε μεταγενέστερες δηλώσεις του, παρά το ότι είχε προειδοποιηθεί από διάφορες κατευθύνσεις, ανέμενε περισσότερο μια νέα δολοφονική απόπειρα κατά του ίδιου, παρά πραξικόπημα. Είναι άγνωστο ποιες παραπλανητικές διαβεβαιώσεις είχε, κι από ποιους. Ένδειξη πάντως αποτελεί η φράση του πρέσβη των Η.Π.Α. Ρότζερ Ντέιβις, που επιδίδοντας τα διαπιστευτήριά του προς το Μακάριο λίγες μέρες πιο πριν, βεβαίωνε: "έχετε ήδη επιβληθεί, Μακαριώτατε...". Ο Ντέιβις δολοφονήθηκε λίγο αργότερα, ενώ βρισκόταν κλεισμένος στη θωρακισμένη πρεσβεία του, χωρίς η δολοφονία του να εξιχνιαστεί ποτέ (συνελήφθησαν μερικοί Κύπριοι διαδηλωτές και κατηγορήθηκαν, είναι όμως γνωστό ότι η δολοφονία του πρέσβη έγινε μάλλον "από μέσα", άγνωστο γιατί, κι άγνωστο για ποια και πόσα μυστικά έπρεπε να του κλείσουν το στόμα). Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κι ο τότε πρέσβης των Η.Π.Α. στην Αθήνα, ένα περίπου χρόνο αργότερα (και ύστερα από κάποιες δηλώσεις του) έπεσε θύμα ενός περίεργου αυτοκινητικού δυστυχήματος. Αλλά κι ο ίδιος ο Μακάριος, που γνώριζε ασφαλώς πάρα πολλά, ούτε τότε ούτε αργότερα μίλησε και κανένα παρασκήνιο δεν μπόρεσε ν' αποκαλύψει. Ούτε και οι Έλληνες δικτάτορες, κατά τη δίκη τους που έγινε αργότερα, μίλησαν. Όσες δε έρευνες για το λεγόμενο "Φάκελο της Κύπρου" έγιναν (επίσημες και μη) δεν κατόρθωσαν ποτέ να επεκταθούν πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας, ενώ ούτε στην ίδια την Ελλάδα ούτε και στην Κύπρο έγινε ποτέ πραγματική και σε βάθος επίσημη έρευνα.

Τα περισσότερα στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς, όπως κι εκείνο της ΕΛ.ΔΥ.Κ, παρακολουθούνταν τα βράδια για τυχόν ύποπτες κινητοποιήσεις. Όμως το πραξικόπημα διενεργήθηκε σε σχετικά ασυνήθιστη ώρα, στις 8.20 το πρωί της Δευτέρας, 15 του Ιούλη του 1974. Ο Μακάριος, που είχε περάσει το Σαββατοκύριακο στο Τρόοδος, είχε επιστρέψει στην πρωτεύουσα και βρισκόταν στο προεδρικό μέγαρο, όπου δεχόταν την επίσκεψη παιδιών των ομογενών από την Αίγυπτο που παραθέριζαν στην Κύπρο.

Οι στρατιωτικές δυνάμεις (βασικά μονάδες τεθωρακισμένων και αρμάτων καθώς και οι μοίρες καταδρομών) επιτέθηκαν με πυκνά πυρά κατά του προεδρικού μεγάρου, του μεγάρου της Αρχιεπισκοπής, του στρατοπέδου του Εφεδρικού Σώματος κι άλλων στόχων, όπως το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα και το κεντρικό κτίριο των Τηλεπικοινωνιών. Ενώ η Αρχιεπισκοπή πρόβαλε σθεναρή αντίσταση, μερικοί άλλοι στόχοι καταλήφτηκαν από τους πραξικοπηματίες ευκολότερα. Το προεδρικό μέγαρο, σφυροκοπούμενο από βαριά όπλα, άρχισε να φλέγεται. Ο Μακάριος κατόρθωσε όμως να διαφύγει από έξοδο στην πίσω πλευρά του κτιρίου που έβγαζε στην κοίτη του ποταμού Πηδκιά, κι απ' εκεί με αυτοκίνητο ανέβηκε στα βουνά του Τροόδους. Κατέλυσε στο μοναστήρι του Κύκκου, ενώ οι συγκρούσεις στην πρωτεύουσα επεκτείνονταν κι ενώ συγκρούσεις διεξάγονταν και στις άλλες πόλεις. Στην Πάφο οι δημοκρατικοί λειτούργησαν ραδιοφωνικό σταθμό που καλούσε συνέχεια το λαό σε αντίσταση. Ο Μακάριος, μαζί με τους συνοδούς - φρουρούς του, πήγε στην Πάφο απ' όπου και μίλησε προς τον κυπριακό λαό, καλώντας τον σε αντίσταση. Αν και είχε επικοινωνήσει πιο πριν από το Τρόοδος με ασύρματο με την Αρχιεπισκοπή στη Λευκωσία, όπου συνεχιζόταν η αντίσταση, μόνο μετά την ομιλία του από το ραδιοσταθμό της Πάφου άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστό ότι βρισκόταν στη ζωή, παρά τις συνεχείς ανακοινώσεις του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (που είχε καταληφτεί από τους πραξικοπηματίες από το πρωί) ότι ήταν νεκρός.

Την επόμενη μέρα, Τρίτη, 16 του Ιούλη, οι πραξικοπηματίες είχαν επικρατήσει, αν και υπήρχαν ακόμη εστίες αντίστασης κι η Πάφος ολόκληρη δεν είχε αλωθεί. Όταν όμως έγινε γνωστό ότι δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς βάδιζαν προς την Πάφο, κι όταν η πόλη άρχισε να κανονιοβολείται από ακταιωρό της Εθνικής Φρουράς, αποφασίστηκε ότι ο Μακάριος έπρεπε να σωθεί φεύγοντας από την Κύπρο. Οι διευθετήσεις έγιναν και με ελικόπτερο των Ηνωμένων Εθνών μεταφέρθηκε στη Βρετανική στρατιωτική βάση του Ακρωτηρίου, απ' όπου αεροπορικώς - μέσω Μάλτας - κατέληξε στο Λονδίνο. Θα παρέμενε στην εξορία για 5 σχεδόν μήνες, μέχρι την επιστροφή του στις 7.12.1974.

Οι πραξικοπηματίες στην εξουσία

Το πραξικόπημα έγινε από την ελληνική στρατιωτική χούντα, που χρησιμοποίησε τα όργανά της στην Κύπρο, βασικά τους Ελλαδίτες αξιωματικούς που διοικούσαν την Εθνική Φρουρά. Με εντολή του ταξίαρχου Ιωαννίδη, διατάχτηκε από τον τότε αρχηγό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στρατηγό Γρηγόριο Μπονάνο. Αρχηγός του πραξικοπήματος στην Κύπρο ήταν ο Ελλαδίτης αξιωματικός ταξίαρχος Μ. Γεωργίτσης. Ωστόσο ο δικτάτορας Ιωαννίδης ήθελε, πάση θυσία, να σχηματιστεί μια κυβέρνηση από κυπριακές προσωπικότητες που ν' αποκτήσει κάποια νομική υπόσταση. Ήδη από τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος οι Ελλαδίτες στρατιωτικοί στην Κύπρο άρχισαν ενέργειες για να βρουν τα άτομα εκείνα που προορίζονταν ως μέλη της νέας "κυβέρνησης". Ο Ιωαννίδης είχε, μάλιστα, προετοιμάσει ένα κατάλογο από διάφορα ονόματα Ελλήνων Κυπρίων που ήταν δυνατό ν' αναλάβουν την προεδρία. Όμως όσοι απ' αυτούς προσεγγίστηκαν, αρνήθηκαν ν' αναλάβουν αυτό το ρόλο. Ιδίως μάλιστα όταν έγινε γνωστό ότι ο Μακάριος δε βρισκόταν θαμμένος στα ερείπια του προεδρικού μεγάρου.

Οι ώρες περνούσαν και πρόεδρος δεν ανευρισκόταν. Από την Αθήνα ο Ιωαννίδης πίεζε για σχηματισμό κάποιας "κυβέρνησης" στο νησί. Έτσι "ορκίστηκε" ως νέος "πρόεδρος" ο πρώτος που προσφέρθηκε. Ήταν ο Νίκος (έγινε τότε Νικόλαος) Σαμψών, ιδιοκτήτης εφημερίδων και παλαιός αγωνιστής του απελευθερωτικού αγώνα. Υπάρχει ωστόσο και η υποψία ότι η εκλογή του Σαμψών δεν ήταν τυχαία. Έστω και χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος, πιθανό να είχε επιλεγεί γιατί η τοποθέτησή του στην προεδρία εξυπηρετούσε γενικότερα κι ευρύτερα σχέδια: ως άνθρωπος που δεν είχε καλή φήμη, αντίθετα μάλιστα, ήταν μόνιμος στόχος της τουρκικής προπαγάνδας, ως εκείνος που το 1963-1964 είχε διαπράξει σφαγές κι εγκλήματα κατά των Τουρκοκυπρίων. Η ανάληψη της "προεδρίας" από το Σαμψών δεν ήταν δυνατό να γίνει ανεκτή από την Τουρκία, για κανένα λόγο. Εξάλλου και η αντίδραση διεθνώς, ιδίως εκ μέρους της Σοβιετικής Ένωσης και των συμμάχων της, δεν επρόκειτο να είναι καθόλου ευνοϊκή αλλά αντίθετα εχθρική προς το Σαμψών. Έτσι, δε θα υπήρχε σοβαρή αντίδραση - όπως και δεν υπήρξε - εκ μέρους των χωρών αυτών για στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο.

Ο Σαμψών έγινε, πάντως, "πρόεδρος" τη Δευτέρα και παρέμεινε για μια εβδομάδα. Σχημάτισε "κυβέρνηση" ενώ το πραξικόπημα επικρότησαν και βοήθησαν τα μέλη της Ε.Ο.Κ.Α. Β' (περιλαμβανόμενων κι εκείνων που απελευθερώθηκαν από τη φυλακή) και μερικοί φανατικοί ενωτικοί που πίστεψαν ότι είχε, επιτέλους, φτάσει η ποθητή στιγμή της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Σαμψών το είχε πιστέψει επίσης. Ωστόσο στη δημοσιογραφική διάσκεψη που έδωσε ως "πρόεδρος", επανέλαβε (στο πολιτικό θέμα) ακριβώς τις θέσεις των κυβερνήσεων Μακαρίου! Ενώ στην Κύπρο οι πραξικοπηματίες σταθεροποιούνταν στην εξουσία, κι ενώ ο Μακάριος άρχιζε στο εξωτερικό αγώνα κατά του καθεστώτος της ελληνικής στρατιωτικής χούντας, μεθοδευόταν κιόλας το δεύτερο σκέλος της τραγωδίας: η Τουρκία πήρε αμέσως την απόφαση να εισβάλει στρατιωτικά στην Κύπρο. Ενώ τέθηκε σε κίνηση ο στρατιωτικός της μηχανισμός κι άρχισαν πυρετωδώς οι προετοιμασίες, η πολιτική ηγεσία της χώρας, μ' επικεφαλής τον πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετζιεβίτ, προετοίμαζε το πολιτικό κλίμα για την τουρκική επιχείρηση. Η κυβέρνηση της Τουρκίας εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι, με βάση τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, ήταν μια από τις τρεις χώρες που είχαν εγγυηθεί την ανεξαρτησία, την ακεραιότητα και το σύνταγμα της Δημοκρατίας της Κύπρου. Ονόμασε την ενέργειά της "ειρηνευτική επιχείρηση" που δήθεν αποσκοπούσε στην επαναφορά της συνταγματικής τάξης στο νησί, ενώ διαλαλούσε ότι με το Σαμψών της εξουσίας της Κύπρου, κινδύνευαν άμεσα οι Τουρκοκύπριοι τους οποίους όφειλε να "προστατεύσει".

Η εισβολή της Τουρκίας στο νησί άρχισε λίγες μόνο μέρες αργότερα, την αυγή του Σαββάτου, 2Ο του Ιούλη του 1974, και μέχρι τα μέσα Αυγούστου ολοκλήρωσε την τραγωδία, κάτω από τα αδιάφορα βλέμματα της Ανθρωπότητας.

Ήδη από την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής κατέρρευσαν τόσο το 7χρονο δικτατορικό καθεστώς στην Ελλάδα, όσο και το καθεστώς των πραξικοπηματιών στην Κύπρο. Στην Κύπρο την προεδρία ανέλαβε ο πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης, ενώ στην Ελλάδα επανήλθε και σχημάτισε πολιτική κυβέρνηση ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

  • Η τουρκική εισβολή του 1974 και τα μετέπειτα
Το πραξικόπημα της 15ης του Ιούλη του 1974 έδωσε στην Τουρκία την για πολύ καιρό αναμενόμενη αφορμή για να επέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο. Προσπαθώντας να προσδώσει κάποια "νομιμότητα" στη στρατιωτική εισβολή της, η Τουρκία επικαλέστηκε το σχετικό άρθρο της Συνθήκης Εγγυήσεως που είχε υπογραφεί το 1960 (όταν η Κύπρος έγινε ανεξάρτητη Δημοκρατία) μεταξύ της Κύπρου, της Ελλάδας, της Αγγλίας και της Τουρκίας (βλέπε πιο πριν, στο σχετικό κεφάλαιο για τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, όπου παρατίθεται και ολόκληρο το σχετικό κείμενο της Συνθήκης Εγγυήσεως). Η Συνθήκη Εγγυήσεως είχε, ουσιαστικά επιβληθεί στον κυπριακό λαό, γιατί η συνομολόγησή της προνοήθηκε από το άρθρο 21 των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου.

Η Συνθήκη Εγγυήσεως προνοούσε για τη διασφάλιση και διατήρηση της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας, της ασφάλειας και του συντάγματος της Δημοκρατίας της Κύπρου, με "εγγυήτριες δυνάμεις" την Ελλάδα, την Αγγλία και την Τουρκία. Το άρθρο 3 της Συνθήκης Εγγυήσεως προνοούσε όπως: Εν περιπτώσει παραβιάσεως των διατάξεων της παρούσης Συνθήκης, ή Ελλάς, το Ηνωμένον Βασίλειον και η Τουρκία υπόσχονται όπως συμπράξουν επί των διαβημάτων ή των απαραιτήτων μέτρων προς εξασφάλισιν του σεβασμού των εν λόγω διατάξεων.

Εν ω μέτρω μία κοινή ή συμπεφωνημένη δράσις δεν θα καθίστατο δυνατή, εκάστη των τριών εγγυωμένων δυνάμεων επιφυλάσσει εις εαυτήν το δικαίωμα όπως ενεργήση προς τον αποκλειστικόν σκοπόν της αποκαταστάσεως της τάξεως των πραγμάτων της καθιερουμένης δια της παρούσης συνθήκης.

Με το πραξικόπημα της ελληνικής στρατιωτικής χούντας στις 15 του Ιούλη του 1974, έγινε πράγματι παραβίαση διατάξεων της Συνθήκης, ιδίως των διατάξεων για την ασφάλεια και το σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Τουρκία επικαλέστηκε από τη μια μεριά, θέμα ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων και από την άλλη θέμα καταφανούς παραβιάσεως του συντάγματος. Έτσι, βάσει των προνοιών του ιδίου άρθρου της Συνθήκης, οι τρεις "εγγυήτριες δυνάμεις", δηλαδή η Ελλάδα, η Τουρκία και η Αγγλία, θεωρούνταν ότι είχαν καθήκον και δικαίωμα να επέμβουν. Είτε με "μία κοινή ή συμπεφωνημένη δράση", είτε η κάθε μια μόνη της.

Η Τουρκία δοκίμασε αρχικά να δει κατά πόσο ήταν δυνατή μια "συμπεφωνημένη δράση" στην Κύπρο. Με την Ελλάδα δε διαβουλεύτηκε, γιατί θεώρησε ότι η Ελλάδα είχε ήδη επέμβει μονομερώς στην Κύπρο με το πραξικόπημα της 15ης του Ιούλη του 1974. Ο τότε Τούρκος πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζιεβίτ πραγματοποίησε αμέσως ένα ταξίδι αστραπή στο Λονδίνο, για διαβουλεύσεις με την τρίτη των "εγγυητριών δυνάμεων", την Αγγλία. Η Αγγλία δεν ήταν διατεθειμένη να αναμειχτεί, και έτσι τώρα, η Τουρκία μπορούσε να δράσει μόνη της στην Κύπρο. Και πράγματι, επενέβη με μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εισβολή, που εκδηλώθηκε την αυγή της 20ής Ιούλη του 1974.

Η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο είχε, με μια πρώτη ματιά, μια "νομική κάλυψη" εξαιτίας της ύπαρξης της σχετικής Συνθήκης Εγγυήσεως. Με τα επιχειρήματα, μάλιστα, που πρόβαλε, κατόρθωσε να πείσει πολλές χώρες (και ιδίως τις υπερδυνάμεις) να μη αντιδράσουν στη στρατιωτική εισβολή της στην Κύπρο! Αλλά μήπως υπήρχε, πράγματι, αυτή η "νόμιμη κάλυψη"; Η απάντηση είναι, αναμφίβολα, όχι.

Αρχικά, μετά τις ταραχές και τη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο τον Αύγουστο του 1964 (οπότε η πολεμική της αεροπορία βομβάρδισε περιοχές της βορειοδυτικής Κύπρου), ο τότε πρόεδρος αρχιεπίσκοπος Μακάριος κατάγγειλε τη Συνθήκη Εγγυήσεως, την οποία και θεώρησε ως τερματιζόμενη. Σ' αυτό συμφώνησε ανεπιφύλακτα και η τότε ελληνική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Σιωπηρά (και περισσότερο αδιάφορα) συμφώνησε τότε και η Αγγλία. Όταν, λοιπόν, τα τρία από τα τέσσερα συμβαλλόμενα μέρη παραμέρισαν τη Συνθήκη αυτή από το 1964, είναι προφανές ότι δεν μπορούσε να βρίσκεται ακόμη σε ισχύ.

Αλλά και αν ακόμη παραδεχτούμε ότι η Συνθήκη ίσχυε, και αν ακόμη παραδεχτούμε ότι η Τουρκία είχε δικαίωμα μονομερούς επέμβασης, και πάλι δεν υπήρχε καμία νομική κάλυψη για τη στρατιωτική εισβολή της. Και τούτο, επειδή:

  • Επειδή η Συνθήκη Εγγυήσεως (άρθρο 1) προνοεί σαφώς ότι "είναι απηγορευμένη πάσα δραστηριότης δυναμένη να ευνοήση αμέσως ή εμμέσως τόσο την ένωσιν όσον και την διχοτόμησιν της Νήσου". Αλλά η επέμβαση της Τουρκίας ήταν καθαρά διχοτομική.
  • Βάσει του άρθρου 2 της Συνθήκης Συμμαχίας (που προσυπογράφτηκε παράλληλα κι ως συνέχεια της Συνθήκης Εγγυήσεως), τα συμβαλλόμενα μέρη, υποχρεούνται όπως αποκρούουν κάθε επίθεση, άμεση ή έμμεση, που στρέφεται κατά της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου. Αλλά η επίθεση προερχόταν τώρα από ένα των συμβαλλομένων μερών, δηλαδή από την Τουρκία. Μπορεί βέβαια να ειπωθεί ότι είχε ήδη επέμβει πιο πριν η Ελλάδα. Αλλά,
  • Βάσει του άρθρου 3 (παράγραφος 2) της Συνθήκης Εγγυήσεως,(αν αυτή θεωρούνταν ότι ίσχυε), η επέμβαση της Τουρκίας θα έπρεπε να είχε ως "αποκλειστικόν σκοπόν την αποκατάσταση της τάξεως των πραγμάτων", δηλαδή:
  • την επιστροφή στην Κύπρο του νομίμου προέδρου αρχιεπισκόπου Μακαρίου, και
  • την επαναφορά των πραγμάτων στο καθεστώς του 1960, που προνοούσε για μια ενιαία Κύπρο, χωρίς κανένα σύνορο, με Έλληνα πρόεδρο και Τούρκο αντιπρόεδρο και με συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στον κρατικό μηχανισμό σε αναλογία 30%. Ούτε διαχωριστικές γραμμές, ούτε στρατιωτικές ζώνες, ούτε μετακινήσεις και ανταλλαγές πληθυσμών, ούτε πρόσφυγες, ούτε οικειοποιήσεις περιουσιών, ούτε μαζικές σφαγές και βιασμούς, ούτε "ανεξάρτητο τουρκοκυπριακό κράτος", ούτε διχοτόμηση της Κύπρου. Κι όμως, αυτά ακριβώς ήταν τα "επιτεύγματα" της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής του 1974, την οποία η Τουρκία προπαγάνδισε ως "ειρηνευτική επιχείρηση". Αλλά την αντινομία πέτυχε η ίδια η Τουρκία, δίνοντας στην "ειρηνευτική επιχείρησή" της το όνομα του Ούννου εισβολέα που χαρακτηρίστηκε ως "μάστιγα του Θεού": την ονόμασε "επιχείρηση Αττίλας" !
* * *

Η τουρκική επίθεση κατά της Κύπρου εκδηλώθηκε τα χαράματα της 20ής Ιουλίου του 1974, με αεροπορικές επιθέσεις και βομβαρδισμούς, με ρίψεις αλεξιπτωτιστών στην περιοχή βόρεια της Λευκωσίας και με απόβαση στα βόρεια παράλια του νησιού. Η πρόθεση της Τουρκίας να επέμβει στρατιωτικά ήταν φανερή από μέρες, όταν η χώρα αυτή άρχισε από τη μια μεριά διάφορες διπλωματικές ενέργειες προκειμένου να εξασφαλίσει την απαραίτητη ανοχή - τουλάχιστον -του διεθνή παράγοντα για το εγχείρημά της και από την άλλη μεριά όταν άρχισε να κινητοποιεί την τεράστια πολεμική μηχανή της και να συγκεντρώνει στρατεύματα και πολεμικά πλοία στα νότια παράλιά της, δηλαδή απέναντι από τις βόρειες ακτές της Κύπρου. Στην Αθήνα, η ελληνική χούντα δεν έδωσε καμιά σοβαρή σημασία στα γεγονότα αυτά, πιστεύοντας προφανώς ότι η Τουρκία τελικά δε θα επενέβαινε. Έτσι από ελλαδικής πλευράς καμιά στρατιωτική πρόνοια δε λήφθηκε και καμιά διπλωματική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε προκειμένου να ματαιωθεί το τουρκικό εγχείρημα.

Από κυπριακής πλευράς πάλι η πραξικοπηματική "ηγεσία" του νησιού πίστεψε στις διαβεβαιώσεις της Αθήνας ότι η Τουρκία δεν επρόκειτο να εισβάλει στην Κύπρο και δεν πήρε κανένα σοβαρό προληπτικό στρατιωτικό μέτρο. Αντίθετα, μέχρι και τη 19η Ιουλίου, δηλαδή μέχρι και την προτεραία της τουρκικής εισβολής, το στρατιωτικό καθεστώς του νησιού συνέχιζε να ασχολείται με έρευνες και συλλήψεις μακαριακών. Οι Μακάριος, που πήγε αρχικά στο Λονδίνο μέσω Μάλτας, στις 19 Ιουλίου βρισκόταν στην έδρα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, όπου έγινε δεκτός ως αρχηγός κράτους και όπου έκανε την ομιλία για την οποία κατηγορήθηκε αργότερα ότι προκάλεσε την εισβολή της Τουρκίας.

Στην ομιλία του εκείνη ο πρόεδρος Μακάριος εξαπέλυσε δριμύτατη επίθεση κατά του δικτατορικού καθεστώτος της Αθήνας, το οποίο και κατηγορήθηκε για στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο. Ωστόσο, όταν ο Μακάριος μιλούσε στα Ηνωμένα Έθνη (λαμβανομένης μάλιστα της διαφοράς της ώρας), τα τουρκικά καράβια έπλεαν ήδη προς την Κύπρο. Εξάλλου, για να πραγματοποιηθεί η στρατιωτική αυτή επιχείρηση, η στρατιωτική μηχανή της Τουρκίας είχε αρχίσει τις ετοιμασίες από μέρες.

Γεγονός είναι ότι η εκδήλωση της μεγάλης τουρκικής στρατιωτικής επίθεσης κατά της Κύπρου βρήκε το νησί απροετοίμαστο να την αντιμετωπίσει και, κυρίως, διχασμένο από την εμφύλια διαμάχη και με μια "ηγεσία" την οποία ούτε ο λαός εμπιστευόταν ούτε η διεθνής κοινότητα αναγνώριζε. Ήταν εξάλλου μια "ηγεσία" εντελώς άπειρη να χειριστεί πολιτικά την κατάσταση.

Γεγονός είναι, επίσης, ότι προβλήθηκε αντίσταση που όμως δεν ήταν ούτε συντονισμένη, ούτε βάσει επιτελικών σχεδίων, ούτε και τέτοιας έκτασης ώστε να ήταν αποτελεσματική.

Η πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής (ο λεγόμενος "Αττίλας-1 ") περιορίστηκε στην απόκτηση προγεφυρώματος των Τούρκων στη βόρεια ακτή της Κύπρου, πράγμα που πέτυχαν. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις τους, από τις 20 Ιουλίου (χαράματα) μέχρι τις 22 Ιουλίου (ώρα 16.00 οπότε συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός με βάση το επείγον ψήφισμα αρ. 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. την 20.7.1974) πέτυχαν: την απόκτηση προγεφυρώματος στην παραλιακή έκταση δυτικά της Κερύνειας, την κατάληψη της ίδιας της Κερύνειας και την ένωση του προγεφυρώματος τους με το βόρειο τμήμα της πρωτεύουσας Λευκωσίας (τουρκική συνοικία). Κατέλαβαν, δηλαδή την Κερύνεια και την έκταση γύρω από αυτή, και μια στενή λωρίδα που ένωνε την Κερύνεια με τη Λευκωσία. Στη στενή αυτή λωρίδα περιλαμβανόταν και η κορφή του Αγίου Ιλαρίωνος (με το ομώνυμο μεσαιωνικό κάστρο) στην οροσειρά του Πενταδακτύλου, την οποία οι Τουρκοκύπριοι κατείχαν κατά την τελευταία δεκαετία.

Παρά το ότι η συμφωνία για κατάπαυση του πυρός προέβλεπε επίσης την παραμονή των αντιμαχομένων στις θέσεις που κατείχαν στις 16.00 της 22ας Ιουλίου, κατά τις επόμενες μέρες και μέχρι τις 8 Αυγούστου, τα τουρκικά στρατεύματα συνέχισαν να προελαύνουν επεκτείνοντας και προς τα ανατολικά και προς τα δυτικά τη λωρίδα μεταξύ Λευκωσίας και Κερύνειας και, περίπου, διπλασιάζοντάς τη σε πλάτος. Στη λωρίδα αυτή περιλαμβάνονταν και τουρκοκυπριακά χωριά, 19 ελληνοκυπριακά χωριά και 4 μεικτά. Οι πρώτοι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες είχαν κιόλας αρχίσει να καταφτάνουν στις ελεύθερες περιοχές του νησιού, ενώ χιλιάδες άλλοι παρέμειναν εγκλωβισμένοι στην πόλη της Κερύνειας και σε χωριά.

Στο μεταξύ, οι δυνάμεις των Ελληνοκυπρίων είχαν εξουδετερώσει την αντίσταση του Τουρκοκυπρίων σε θυλάκους τους στις πόλεις Λάρνακα, Λεμεσό και Πάφο, σε μεγάλα χωριά όπως η πόλη Χρυσοχούς και η Λεύκα, και αλλού. Οι Τουρκοκύπριοι του τουρκικού τομέα της Αμμοχώστου (εντός των τειχών παλαιά πόλη) αμύνθηκαν με επιτυχία.

Αυτά σε ότι αφορούσε στο στρατιωτικό πεδίο στην ίδια την Κύπρο.

Στην Ελλάδα, σημειώθηκαν στο μεταξύ ραγδαίες εξελίξεις. Το δικτατορικό καθεστώς κήρυξε επιστράτευση. Ταυτόχρονα, οι Ηνωμένες Πολιτείες απέστειλαν εσπευσμένα ειδικό απεσταλμένο, τον Τζόζεφ Σίσκο, που κινήθηκε δραστήρια μεταξύ Αθηνών και Άγκυρας προκειμένου να πετύχει αποφυγή γενικότερης πολεμικής αναμέτρησης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Πράγμα που πέτυχε.

Κάτω από το βάρος των γεγονότων όμως, το δικτατορικό καθεστώς της Αθήνας, λύγισε. Η χούντα διαλύθηκε και οι παλαιοί πολιτικοί κλήθηκαν εσπευσμένα να αναλάβουν ξανά την εξουσία. Η στρατιωτική τυραννία που κυβέρνησε τη χώρα για 7 περίπου χρόνια, κατέρρευσε από μόνη της υπό τα ερείπια των αποτυχιών της. Όπως συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις, η κατάρρευση σημαδεύεται και από μια μεγάλη τραγωδία.

Προφητικός, πράγματι, αποδείχτηκε ο νομπελίστας Έλληνας ποιητής Γιώργος Σεφέρης ο οποίος είχε από πολύ νωρίς (όπως εξάλλου και πολλοί άλλοι) διακρίνει καθαρά την τραγωδία στην άκρη της πορείας. Στη γνωστή δήλωσή του της 28ης Μαρτίου του 1969, πέντε και πλέον χρόνια νωρίτερα, έγραφε: "... Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα. Όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό...".

Σκηνικό της τραγωδίας ήταν ολόκληρη η Κύπρος και τραγικός αισχύλιος χορός οι Κύπριες μάνες, τα τρομαγμένα παιδιά, οι άστεγοι γέροντες, ολόκληρος ο Κυπριακός Ελληνισμός.

* * *

Μετά την κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος στην Ελλάδα, σχηματίστηκε πολιτική κυβέρνηση εθνικής ενότητας, με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που ορκίστηκε εσπευσμένα τα ξημερώματα της 23ης προς την 24η Ιουλίου του 1974. Όμως παρά την εμπειρία του στον πολιτικό στίβο και το διεθνές του κύρος, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν μπορούσε να κάνει θαύματα. Παραλαμβάνοντας μια χώρα που ήδη βρισκόταν σε χάος, αντιμετωπίζοντας μάλιστα και εσωτερικούς κινδύνους από αμετανόητα χουντικά στοιχεία, αδυνατούσε να προσφέρει άμεση ουσιαστική βοήθεια στην κινδυνεύουσα Κύπρο.

Ωστόσο ένα πρώτο άμεσο αποτέλεσμα της αλλαγής στην Ελλάδα ήταν και η κατάρρευση του "θυγατρικού" δικτατορικού καθεστώτος στην Κύπρο. Ο "πρόεδρος" (για 8 μόνο μέρες) Νικόλαος Σαμψών αποχώρησε και παράδωσε την εξουσία στον πρόεδρο της Βουλής Γλαύκο Κληρίδη. Ο τελευταίος, επίσης έμπειρος πολιτικός, δήλωσε πως θα προσπαθούσε να σώσει ότι ήταν δυνατό να περισωθεί.

Οι διπλωματικές επαφές και δραστηριότητες που αναλήφθηκαν εκείνες τις τραγικές ημέρες, ιδίως από μέρους της Μεγάλης Βρετανίας, οδήγησαν τα ενδιαφερόμενα ή και άμεσα αναμεμειγμένα μέρη σε κοινή συνάντηση και συζήτηση του θέματος της Κύπρου. Επρόκειτο για τη συνάντηση που έμεινε γνωστή ως διάσκεψη της Γενεύης.

Σε πρώτη φάση άρχισαν στη Γενεύη της Ελβετίας ειρηνευτικές συνομιλίες στις 25 Ιουλίου με τη συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών της Αγγλίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, που ήταν οι Κάλαχαν, Μαύρος και Γκιουνές αντίστοιχα. Ο Γεώργιος Μαύρος που εκπροσωπούσε την Ελλάδα, μόλις είχε αναλάβει το αξίωμα αυτό αμέσως μετά τη μεταπολίτευση. Σκοπός της συνάντησης των τριών υπουργών, που αντιπροσώπευαν τις τρεις "εγγυήτριες δυνάμεις" της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της Κύπρου, ήταν η εξεύρεση τρόπων και μέσων εφαρμογής της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. για την αποκατάσταση της ειρήνης, την απομάκρυνση των ξένων στρατευμάτων και την επαναφορά της συνταγματικής τάξης στη Δημοκρατία της Κύπρου. Στις 30 του ίδιου μήνα οι τρεις υπουργοί υπέγραψαν στη Γενεύη μια διακήρυξη αποτελούμενη από 6 σημεία.

Στην αρχή ανέφερε ότι οι τρεις υπουργοί αναγνώρισαν τη σπουδαιότητα "του να τεθούν επειγόντως σε κίνηση μέτρα για την προσαρμογή και τακτοποίηση, σε λογικό χρονικό διάστημα, της κατάστασης στην Κύπρο πάνω σε διαρκή βάση, λαμβανομένων υπόψη των διεθνών συμφωνιών του 1960 και του τελευταίου ψηφίσματος (αρ. 353) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την Κύπρο".

Οι τρεις υπουργοί διακήρυξαν επίσης ότι, για τη σταθεροποίηση της κατάστασης, οι περιοχές εκείνες της Κύπρου, που ελέγχονταν από τις αντίπαλες δυνάμεις κατά το χρόνο της υπογραφής της διακήρυξης, δε θα έπρεπε να επεκταθούν. Κάλεσαν δε όλες τις δυνάμεις, περιλαμβανομένων και των ατάκτων, όπως σταματήσουν κάθε επιθετική ή εχθρική ενέργεια.

Ενώ, όμως, στη διακήρυξη τονιζόταν με έμφαση, ότι οι τρεις υπουργοί είχαν συμφωνήσει πάνω σε ορισμένα μέτρα, που θα έπρεπε να τεθούν σε άμεση εφαρμογή και ότι μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν και η εγκαθίδρυση ζώνης ασφαλείας στα όρια των περιοχών, τις οποίες κατείχαν οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, εντούτοις η διακήρυξη προνοούσε ότι όλοι οι τουρκικοί θύλακοι που καταλήφτηκαν και κατέχονταν από την Εθνική Φρουρά έπρεπε να εκκενωθούν αμέσως. Παράλληλα, άλλοι τουρκικοί θύλακοι εκτός της περιοχής, που έλεγχαν οι τουρκικές δυνάμεις, θα εξακολουθούσαν να προστατεύονται από μια ζώνη ασφαλείας της ειρηνευτικής δύναμης στην Κύπρο και θα εξακολουθούσαν, όπως και προηγούμενα, να διατηρούν τη δική τους αστυνομία και δυνάμεις ασφαλείας. Έχοντας δε "βαθείαν συνείδησιν των ευθυνών των ως προς την διατήρησιν της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας οι τρεις υπουργοί συνεφώνησαν όπως διεξαχθούν ταχέως διαπραγματεύσεις προς διασφάλισιν της αποκατάστασης της ειρήνης στην περιοχή και της επανεγκατάστασης Συνταγματικής Κυβερνήσεως". Για το σκοπό αυτό συμφωνήθηκε "όπως περαιτέρω συνομιλίες διεξαχθούν στις 8 Αυγούστου 1974 στη Γενεύη". Συμφωνήθηκε επίσης, "όπως αντιπρόσωποι της ελληνικής και της τουρκικής κοινότητας της Νήσου" συμμετάσχουν στις συνομιλίες, που θα σχετίζονταν με το σύνταγμα.

Η συμφωνία, που επιτεύχθηκε στη Γενεύη, δεν ήταν τέλεια. Αναμενόταν, όμως, να συμβάλει στη διατήρηση της ειρήνης και να δώσει την ευκαιρία στους ενδιαφερομένους να προχωρήσουν στη δεύτερη και σπουδαιότερη φάση της διάσκεψης. Βασικό επίτευγμα της διάσκεψης αυτής: η απόφαση για εφαρμογή του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο, εκτός από εκείνα που στάθμευαν στο νησί με βάση τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου Δεν καθορίστηκε όμως ακριβές χρονοδιάγραμμα για την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων.

Ακολούθησε μια περίοδος επικίνδυνης ηρεμίας λίγων ημερών, κατά τις οποίες προπαρασκευάστηκε η νέα συνάντηση στη Γενεύη, στις 8 Αυγούστου, όπως είχε συμφωνηθεί. Στη νέα αυτή συνάντηση συμμετείχαν και πάλι οι υπουργοί εξωτερικών των τριών χωρών, συνοδευόμενοι και από ανάλογες αντιπροσωπείες, καθώς επίσης και αντιπρόσωποι των δυο κοινοτήτων της Κύπρου, οι Γλαύκος Κληρίδης και Ραούφ Ντενκτάς.

Ουσιαστικά δεν επρόκειτο για διάσκεψη, με την ακριβή έννοια που αποδίδουμε στη λέξη, γιατί από την αρχή διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε καν περιθώριο διαπραγματεύσεων και συζήτησης. Στις λίγες μέρες που είχαν περάσει η Τουρκία είχε ενισχύσει, ανενόχλητα τις δυνάμεις της στην Κύπρο σε μεγάλο βαθμό. Είχε επίσης προετοιμαστεί ακόμη καλύτερα για περαιτέρω πολεμικές επιχειρήσεις, ενώ ταυτόχρονα είχε διαπιστώσει την αδυναμία της Κύπρου και της Ελλάδας για ουσιαστική αντίδραση. Έτσι, στις 8 Αυγούστου, η τουρκική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον υπουργό εξωτερικών Γκιουνές έφτασε στη Γενεύη με μια σειρά από αξιώσεις που τέθηκαν στη διάσκεψη με τη μορφή τελεσιγράφου, στο οποίο η ελληνική και η ελληνοκυπριακή αντιπροσωπεία καλούνταν να απαντήσουν με ένα ναι ή ένα όχι, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Γκιουνές απειλούσε προκλητικά τη διακοπή της διάσκεψης με "απρόβλεπτες συνέπειες".

Ποιες ήταν, όμως, οι τουρκικές προτάσεις; Υποβλήθηκαν δύο σχέδια στη διάσκεψη. Και τα δύο προνοούσαν τον εδαφικό διαμελισμό του νησιού, τη δημιουργία δύο ανεξαρτήτων κρατιδίων σε ένα πρώτο χρόνο και την ομοσπονδοποίησή τους σε ένα δεύτερο.

Το πρώτο σχέδιο πρόβλεπε ότι έπρεπε το 34% του κυπριακού εδάφους να παραχωρηθεί στους Τούρκους. Η διαχωριστική γραμμή θα άρχιζε από το χωριό Λιμνίτης, θα περνούσε από τη Λεύκα, τη Μόρφου, τη Λευκωσία (παλαιά συνοικία) και θα κατέληγε στην Αμμόχωστο (παλαιά πόλη). Και αυτό το 34% του κυπριακού εδάφους θα έπρεπε, σε περίπτωση φυσικά που ελλαδική και κυπριακή αντιπροσωπεία αποδέχονταν το σχέδιο, να εκκενωθεί από τον ελληνοκυπριακό πληθυσμό και την Εθνική Φρουρά και να παραδοθεί στον τουρκικό στρατό εισβολής μέσα σε 24 ώρες. Το σχέδιο, αυτό υπέβαλε προς τη διάσκεψη ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς. Το δεύτερο σχέδιο, όπως το εξέθεσε σε γενικές γραμμές ο ίδιος ο Τούρκος υπουργός των Εξωτερικών Γκιουνές στους δημοσιογράφους στο μπαρ (!) του Μεγάρου των Εθνών, πρόβλεπε ότι έπρεπε η έκταση της βασικής αυτόνομης τουρκοκυπριακής περιοχής να μειωθεί περίπου στο μισό. Συγκεκριμένα, η διαχωριστική γραμμή θα άρχιζε κάπου κοντά στα Πάναγρα, θα περνούσε από τα χωριά Μύρτου, Κοντεμένο, Γερόλακκο, Λευκωσία (τουρκική συνοικία) και θα κατέληγε στην Αμμόχωστο (παλαιά πόλη). Από Αμμόχωστο η γραμμή θα προχωρούσε προς το βορρά και θα κατέληγε στο Δαυλό. Θα άφηνε έτσι την Καρπασία ελεύθερη, αλλά αποκλεισμένη. Σαν αντάλλαγμα όμως της μείωσης αυτής, το σχέδιο Γκιουνές απαιτούσε τη δημιουργία άλλων πέντε περιοχών ή καντονιών: ένα καντόνιο κοντά στην Πάφο, ένα δεύτερο κοντά στη Λάρνακα, ένα άλλο στη Γαληνόπορνη, τέταρτο στη Λεύκα-Ξερό και ένα τελευταίο στην πόλη Χρυσοχούς. Γι' αυτό το σχέδιο οι Τούρκοι ζητούσαν απάντηση μέσα σε δύο ώρες.

Τόσο η ελλαδική όσο και η κυπριακή αντιπροσωπεία αρνήθηκαν να υπογράψουν για οποιοδήποτε από τα δύο σχέδια. Σε διάφορες διμερείς συσκέψεις και στις δυο συσκέψεις της ολομέλειας που πραγματοποιήθηκαν, τονίστηκε ότι η διάσκεψη της Γενεύης ήταν αναρμόδια για να θέσει το πλαίσιο ενός συντάγματος για την Κύπρο και ότι στο μόνο θέμα που οι εγγυήτριες δυνάμεις μπορούσαν να επιμείνουν, ήταν η επάνοδος στο σύνταγμα του 1960, του οποίου και την εφαρμογή είχαν εγγυηθεί.

Παράλληλα προτάθηκε στους Τούρκους η δημιουργία ανεξαρτήτου και κυριάρχου κράτους, μέσα στο οποίο θα παρέχεται στους Τούρκους πλήρης διοικητική αυτονομία. Την Τρίτη, 13 Αυγούστου, στις 6.40' ώρα Γενεύης άρχιζε η τελευταία σύσκεψη της ολομελείας της διάσκεψης. Ο Κληρίδης ζήτησε επίμονα την αναβολή της διάσκεψης προκειμένου να πραγματοποιήσει ταξίδι-αστραπή στη Λευκωσία. Ήθελε να συμβουλευτεί την κυβέρνηση και τους εκπροσώπους του κυπριακού ελληνισμού. Πρώτη φορά στη διάσκεψη της Γενεύης οι Τούρκοι έθεταν θέμα γεωγραφικής ομοσπονδίας. Η ελληνοκυπριακή αντιπροσωπεία δεν ήταν έτοιμη να απαντήσει. Ο Βρετανός υπουργός των Εξωτερικών Κάλαχαν τάχθηκε υπέρ της αναβολής. Το ίδιο και ο Γ. Μαύρος. Τόνισε μάλιστα ότι η αποτυχία των συμφωνιών της Ζυρίχης οφειλόταν στη βιασύνη επιβολής της. Και ότι η άμεση απάντηση, που απαιτούσε η Τουρκία, ισοδυναμούσε με τελεσίγραφο.

Ο Γκιουνές φάνηκε αδιάλλακτος. Κοιτούσε συνεχώς το ρολόι του και αδημονούσε. Ο Κάλαχαν προσπάθησε να τον μεταπείσει. "Μπορείτε να πιστεύετε" - του είπε - "ότι μια στρατιωτική λύση μπορεί να επιβληθεί. Με τον τρόπο όμως αυτό δε θα έχετε λύση. Μπορείτε να παραβιάσετε την εκεχειρία και να προκαλέσετε αιματοχυσία. Αλλά προσέξτε: ίσως μια μέρα να έχετε να επανέλθετε στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων όχι με μας, αλλά με άλλους".

Ο Κάλαχαν είπε επίσης στη διάσκεψη ότι η συνθήκη εγγύησης έδινε στην Τουρκία μονάχα το δικαίωμα επέμβασης για αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης του 1960. Η παρουσία λοιπόν τουρκικών στρατευμάτων για άλλες επιδιώξεις, ήταν παράνομη.

Στις τρεις το πρωί ο Γκιουνές δήλωσε επίσημα ότι αρνιόταν να παραχωρήσει τη ζητηθείσα αναβολή. Η διάσκεψη έσπασε. Λίγα λεπτά αργότερα ο Κάλαχαν έδωσε δημοσιογραφική διάσκεψη και εξήγησε τους λόγους του ναυαγίου. Κατηγόρησε ανοικτά την Τουρκία για το ναυάγιο. Τόνισε ότι τα διπλωματικά περιθώρια δεν είχαν εξαντληθεί και ότι έπρεπε να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις. Είπε επίσης ότι η Βρετανία ήταν διατεθειμένη να θέσει τις δυνάμεις της, που σταθμεύουν στην Κύπρο, στη διάθεση των Ηνωμένων Εθνών, αν φυσικά αποφάσιζε τούτο το Συμβούλιο Ασφαλείας και κατέληξε με τη χαρακτηριστική εκείνη φράση προς τους Τούρκους: "αυτή τη στιγμή το νησί είναι αιχμάλωτο του στρατού σας. Προσέξτε. Μια μέρα ο στρατός σας μπορεί να είναι αιχμάλωτος του νησιού".

Την ώρα όμως της δημοσιογραφικής διάσκεψης, ο τουρκικός στρατός άρχιζε το δεύτερο γύρω των επιχειρήσεών του στην Κύπρο με σκοπό να επιβάλει με τη βία και τα όπλα αυτό που δεν κατάφερε με τα τελεσίγραφα και τις απειλές στη Γενεύη: τη γραμμή Αττίλα.

Ελλαδική και κυπριακή αντιπροσωπεία εγκατέλειψαν τη Γενεύη εσπευσμένα και γύρισαν στην Αθήνα. Η ατμόσφαιρα μέσα στο αεροπλάνο ήταν σοβαρά ηλεκτρισμένη, όλοι διακατέχονταν από σοβαρή αγωνία. Τα πρώτα δελτία ειδήσεων των ξένων ραδιοφωνικών σταθμών, που πρόλαβαν να ακούσουν πριν από την αναχώρηση, ήταν πράγματι ανησυχητικά. Οι ξένοι ανταποκριτές στη Λευκωσία μιλούσαν για γενική τουρκική επίθεση σε όλα τα μέτωπα, για ανηλεή βομβαρδισμό της Λευκωσίας από την τουρκική αεροπορία και για προέλαση των δυνάμεων εισβολής προς την κατεύθυνση της Αμμοχώστου και της Μόρφου.

Η δεύτερη και καταστροφικότερη φάση της τουρκικής επίθεσης (από ξηρά, θάλασσα και αέρα) άρχισε από τα χαράματα της 11ης Αυγούστου και κράτησε μέχρι το βράδυ της 16ης του μήνα. Ο πόλεμος τερματίστηκε με μια δεύτερη συμφωνία για κατάπαυση του πυρός που συνομολογήθηκε στις 18.00' (= ώρα 6 το απόγευμα) της 16ης Αυγούστου, κι ύστερα από επείγουσα έκκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. δια των υπ' αριθμόν 358 και 360 ψηφισμάτων του, της 15ης και της 16ης Αυγούστου αντίστοιχα.

Όμως, και μετά τη συμφωνία για κατάπαυση του πυρός τα τουρκικά στρατεύματα συνέχισαν να προελαύνουν κατά τις επόμενες λίγες μέρες σε διάφορες περιοχές.

Το αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο ήταν εφιαλτικά τραγικό. Κάτω από την τουρκική στρατιωτική κατοχή περιήλθε ολόκληρο το βόρειο τμήμα της Κύπρου, που αντιστοιχεί στο 38% περίπου της συνολικής έκτασης της Κύπρου.(Ας υπενθυμηθεί ότι το τουρκικό στοιχείο του νησιού ήταν μόλις το 18% του συνολικού πληθυσμού, η δε ιδιοκτησία γης που του ανήκε αντιστοιχούσε μόλις στο 16,8% της συνολικής ιδιωτικής έκτασης της Κύπρου, δηλαδή της συνολικής έκτασης ιδιωτικής ιδιοκτησίας και όχι και της κρατικής.).

Οι νεκροί του πολέμου ήταν περίπου 6.000.

Οι αγνοούμενοι, που και σήμερα ακόμη (1990) η τύχη τους δε στάθηκε δυνατό να διακριβωθεί εξαιτίας της άρνησης των Τούρκων να επιτρέψουν σχετική έρευνα και να δώσουν στοιχεία, ανέρχονται σε 1.619 (από τους οποίους 83 είναι Ελλαδίτες).

Στο 38% του εδάφους της Κύπρου που καταλήφτηκε από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής, βρίσκονταν το 70% των πλουτοπαραγωγικών πόρων του νησιού. Σ' αυτό το τεράστιο ποσοστό περιλαμβάνονται: Ο σιτοβολώνας της Κύπρου, δηλαδή η μεγάλη κεντρική πεδιάδα της Μεσαορίας και η δυτική πεδιάδα της Μόρφου, οι εκτεταμένοι πορτοκαλεώνες των περιοχών Αμμοχώστου, Μόρφου και Λαπήθου-Καραβά, τα λατομεία του Πενταδακτύλου, οι ελαιώνες, ιδίως της περιοχής Κυθρέας, οι ψαρότοποι της ανατολικής και της βόρειας θάλασσας κλπ. Ιδίως δε οι κατεξοχήν τουριστικές περιοχές της Κύπρου, δηλαδή οι περιοχές Αμμοχώστου και Κερύνειας. Στις κατεχόμενες περιοχές, συγκεκριμένα, βρίσκονταν το 65% του ολικού αριθμού των τουριστικών εγκαταστάσεων της Κύπρου (ξενοδοχεία, οργανωμένα διαμερίσματα κλπ. ). Ειδικότερα για τις ξενοδοχειακές κλίνες, στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου βρίσκονταν το 87% του συνολικού αριθμού των ξενοδοχειακών κλινών ολόκληρης της Κύπρου. Οι κατεχόμενες από τους Τούρκους περιοχές αντιπροσώπευαν επίσης: το 56% των μεταλλείων και λατομείων της Κύπρου, το 48% του συνολικού αριθμού των εξαγομένων γεωργικών προϊόντων, το 46% της γεωργικής παραγωγής και το 83% του συνόλου των εξαγωγών (που γίνονταν από το βασικό λιμάνι του νησιού, εκείνο της Αμμοχώστου).

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι από τους τουρκικούς βομβαρδισμούς κάηκε το 20% του συνόλου των κρατικών δασών της Κύπρου. Στον τομέα της εκπαίδευσης, οι απώλειες ήταν: Δημοτική εκπαίδευση, απώλεια 171 δημοτικών σχολείων (ποσοστό 31 %) και άλλων 2Ο (ποσοστό 4%) που βρίσκονται στη "νεκρή ζώνη", από ένα σύνολο 548 σχολείων. Από το σύνολο των 62.221 Ελληνοπαίδων που φοιτούσαν το 1974 στα δημοτικά σχολεία, προσφυγοποιήθηκαν 25.107 παιδιά (ποσοστό 42%). Από το σύνολο των 2.200 δασκάλων το 1974, προσφυγοποιήθηκαν οι 904(ποσοστό 41 %). Μέση εκπαίδευση, απώλεια 19 σχολείων (ποσοστό περίπου 28%) και άλλα τρία αχρηστεύτηκαν, από ένα σύνολο 49 σχολείων. Από το σύνολο των 36.000 Ελληνοπαίδων που φοιτούσαν το 1974 σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης προσφυγοποιήθηκαν περίπου 15.000 (ποσοστό περίπου 44%). Από το σύνολο των 1.700 καθηγητών, προσφυγοποιήθηκαν οι 720 (ποσοστό περίπου 40%). Τεχνική εκπαίδευση από το σύνολο των 8 τεχνικών σχολών καταστράφηκαν οι 3. Οι μαθητές των τεχνικών σχολών ήταν, κατά το 1975, συνολικά 10.379, από τους οποίους προσφυγοποιήθηκαν περίπου οι 3.000 (ποσοστό 29%). Ειδική εκπαίδευση, απώλεια του 50% περίπου των σχολών ειδικής εκπαίδευσης (αναμορφωτική σχολή Λαπήθου, σχολή κωφών, σχολές ασκησίμων κλπ. ).

Ένας μεγάλος αριθμός Ελληνοκυπρίων βρέθηκε να είναι εγκλωβισμένος στις περιοχές που κατακτήθηκαν από τον τουρκικό στρατό. Η πολιτική την οποία υιοθέτησαν οι Τούρκοι στις μέρες, στους μήνες και στα χρόνια που ακολούθησαν, ήταν ο εξαναγκασμός των εγκλωβισμένων Ελλήνων Κυπρίων να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να προσφυγοποιηθούν στις ελεύθερες περιοχές του νησιού. Οι αριθμοί είναι και πάλι χαρακτηριστικοί: το καλοκαίρι του 1974 ο αριθμός των εγκλωβισμένων ξεπερνούσε τις 20.000. Ένα χρόνο αργότερα τον Αύγουστο του 1975, έμειναν μόνο οι μισοί (9.000 Ελληνοκύπριοι και 1.000 Μαρωνίτες). Το 1974 ζούσαν στις κατεχόμενες περιοχές μόνο 2.140 εγκλωβισμένοι (1.559 Ελληνοκύπριοι και 589 Μαρωνίτες). Το τέλος του 1985 ο αριθμός τους μειώθηκε στους 1.058 (726 Ελληνοκύπριοι και 332 Μαρωνίτες). Οι Ελληνοκύπριοι εγκλωβισμένοι, που τελικά παρέμειναν (γύρω στους 600 το 1989), ζουν μόνο σε μερικά χωριά της Καρπασίας.

Το προσφυγικό πρόβλημα υπήρξε τρομακτικό. Το 1974 κορυφώθηκε εξαιτίας της τουρκικής εισβολής, αλλά όμως είχε αρχίσει να δημιουργείται πολύ πιο νωρίς, ως αποτέλεσμα ενός τεχνικού διαχωρισμού.

Το πρώτο - σχετικά μικρό - κύμα προσφύγων (Ελλήνων Κυπρίων) ήρθε το 1958, κατά τη διάρκεια του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα (1955-1959). Οι Άγγλοι κυρίαρχοι είχαν τότε κινητοποιήσει τους εξτρεμιστές Τουρκοκυπρίους, που τους στράτευσαν κατά των αγωνιζομένων Ελληνοκυπρίων. Το σύνθημα του "ταξίμ" (= διχοτόμηση) προβαλλόταν ήδη από την ηγεσία των Τουρκοκυπρίων ως "ιδανική λύση" στο κυπριακό πρόβλημα και οι Βρετανοί το χρησιμοποίησαν ως απειλή για εξαναγκασμό των Ελληνοκυπρίων να αποδεχτούν τη "μέση λύση" της ανεξαρτησίας, εγκαταλείποντας το δικό τους ακραίο αίτημα της ένωσης του νησιού με την Ελλάδα. Με την υποστήριξη των Βρετανών σημειώθηκαν οι πρώτες αιματηρές διακοινοτικές συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων Κυπρίων το 1957- 58, με επιθέσεις Τουρκοκυπρίων εξτρεμιστών κατά αόπλων Ελληνοκυπρίων, εκδιώξεις και πυρπολήσεις περιουσιών τους. Από μεγάλα χωριά όπου πλειοψηφούσε το τουρκοκυπριακό στοιχείο (όπως η Λεύκα) και από περιοχές της Λευκωσίας όπου επίσης πλειοψηφούσε το τουρκοκυπριακό στοιχείο, Έλληνες Κύπριοι εκδιώχτηκαν και εμφανίστηκε για πρώτη φορά το φαινόμενο προσφυγοποίησής τους στην ίδια την πατρίδα τους, το 1958.

Μετά την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων στα τέλη του 1963, σχηματίστηκαν σε όλες τις πόλεις (πλην της Κερύνειας) και σε πολλά χωριά οι τουρκοκυπριακοί θύλακοι. Ελληνοκύπριοι που κατοικούσαν σε τέτοιες περιοχές εκδιώχτηκαν και προσφυγοποιήθηκαν. Η εξτρεμιστική τουρκοκυπριακή ηγεσία διέταξε τους Τουρκοκυπρίους εκείνους που ως τότε κατοικούσαν σε χωριά ή περιοχές όπου πλειοψηφούσαν οι Ελληνοκύπριοι, να μετακινηθούν στους τουρκοκυπριακούς θυλάκους, ενισχύοντας τις τουρκικές συνοικίες των πόλεων και χωριά όπου πλειοψηφούσαν οι Τουρκοκύπριοι. Πολλοί Τουρκοκύπριοι ανταποκρίθηκαν στην εντολή της ηγεσίας τους και παρουσιάστηκε έτσι, το 1964 κ.ε., το φαινόμενο της εκούσιας προσφυγοποίησής τους. Ωστόσο πολλοί άλλοι Τουρκοκύπριοι αρνήθηκαν να υπακούσουν και να προσφυγοποιηθούν και για την επόμενη δεκαετία παρέμειναν στα χωριά τους, συνεργαζόμενοι μάλιστα με τους Ελληνοκυπρίους.

Ο τεχνητός διαχωρισμός, που υποδαυλίστηκε από τους Βρετανούς το 1957-58 και επεκτάθηκε από το 1964 κ.ε., κορυφώθηκε μετά την τουρκική στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο, τον Ιούλη και τον Αύγουστο του 1974. Με τις δύο φάσεις της στρατιωτικής εισβολής τους οι Τούρκοι κατέλαβαν ολόκληρο το βόρειο τμήμα της Κύπρου, από την περιοχή του Λιμνίτη (κόλπος Μόρφου) μέχρι τη Ζώδια και τη Λευκωσία (τουρκική συνοικία), κι από τη Λευκωσία μέχρι τη Λουρουτζίνα, το Πέργαμος και την Αμμόχωστο. Κατέλαβαν συνολικά ποσοστό περίπου 38% του εδάφους της Κύπρου. Οι Έλληνες Κύπριοι κάτοικοι του τμήματος αυτού προσφυγοποιήθηκαν και ο αριθμός τους ήταν τρομακτικά μεγάλος, τηρουμένων των αναλογιών πληθυσμού και του μεγέθους της Κύπρου. Οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες του 1974 ανέρχονταν στις 200.000 περίπου! Οι περισσότεροι διέφυγαν στις ελεύθερες περιοχές πριν από την άφιξη των τουρκικών στρατευμάτων εισβολής. Πολλοί άλλοι παρέμειναν στα σπίτια τους και εγκλωβίστηκαν ή και πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Στους μήνες που ακολούθησαν εξαναγκάστηκαν και οι περισσότεροι από τους εγκλωβισμένους Ελληνοκυπρίους να προσφυγοποιηθούν στις ελεύθερες περιοχές, εκτός πολύ μικρού αριθμού που παρέμεινε στην Καρπασία.

Στο μεταξύ, με απαίτηση της ηγεσίας των Τουρκοκυπρίων και της ίδιας της Τουρκίας, όλοι οι Τουρκοκύπριοι που ως τότε ζούσαν στις ελεύθερες περιοχές του νησιού μεταφέρθηκαν το 1975 στις κατεχόμενες από τους εισβολείς περιοχές.

Ουσιαστικά εκείνο που συνέβη μετά την τουρκική εισβολή του 1974 ήταν αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών, με στόχο την πλήρη διχοτόμηση του νησιού: οι Έλληνες στο νότο και οι Τούρκοι στο βορρά.

Οι Τουρκοκύπριοι που μεταφέρθηκαν στις κατεχόμενες περιοχές τους νησιού εγκαταστάθηκαν στα εγκαταλειμμένα σπίτια των Ελληνοκυπρίων προσφύγων, στις πόλεις και στα χωριά. Για ενίσχυση των εξτρεμιστών Τουρκοκυπρίων, μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου και χιλιάδες έποικοι από διάφορες υπανάπτυκτες περιοχές της Τουρκίας. Ο αριθμός των εποίκων υπολογίζεται σε 60.000 περίπου.

Οι προσφυγοποιηθέντες το 1974 Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες βρήκαν αρχικά καταφύγιο σε πρόχειρους καταυλισμούς με αντίσκηνα και παραπήγματα, σε σχολεία, σε μισοκτισμένες οικοδομές, σε συγγενείς ή φίλους. Η κυπριακή κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει εκτός των άλλων και το τεράστιο προσφυγικό πρόβλημα. Προείχε η εξασφάλιση τροφής, ιατρικής περίθαλψης και ειδών πρώτης ανάγκης για τις χιλιάδες των προσφύγων. Γι' αυτό στάλθηκε μεγάλη βοήθεια από το εξωτερικό (από κράτη, οργανισμούς, οργανώσεις ομογενών κλπ. ). Αργότερα εκπονήθηκαν και υλοποιήθηκαν σχέδια που αφορούσαν στην καλύτερη στέγαση των προσφύγων την επαναδραστηριοποίησή τους σε εργασίες, την εκπαίδευση κλπ. Για τη στέγαση των προσφύγων υιοθετήθηκαν τρεις διαφορετικοί τρόποι:

  • Κτίσιμο συνοικισμών γύρω από τη Λευκωσία, τη Λεμεσό, τη Λάρνακα και σε άλλα μέρη του νησιού.
  • Σχέδια αυτοστέγασης με διαχωρισμό οικοπέδων που δόθηκαν σε πρόσφυγες, σε συνδυασμό με παροχή οικονομικής βοήθειας για ανέγερση δικών τους σπιτιών.
  • Εγκατάστασή τους σε τουρκοκυπριακά σπίτια, στις πόλεις και σε χωριά της ελεύθερης Κύπρου, που επιδιορθώθηκαν μετά την εγκατάλειψή τους από τους Τουρκοκυπρίους το 1975.
Για την επαναδραστηριοποίηση των προσφύγων εκπονήθηκαν και εφαρμόστηκαν σχέδια και δόθηκαν κίνητρα. Σε πρόσφυγες γεωργούς παραχωρήθηκε γη για καλλιέργεια και εκμετάλλευση.

Η επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια και τις περιουσίες τους είναι ένα από τα σημαντικά θέματα του διακοινοτικού διαλόγου.

Έκφραση των προσφύγων αποτελούν η Π.Ε.Π. (= Παγκύπριος Επιτροπή Προσφύγων) καθώς και πολλές άλλες οργανώσεις που έχουν ιδρυθεί. Οι κάτοικοι σχεδόν κάθε κατεχόμενου χωριού έχουν ιδρύσει δικές τους οργανώσεις, με σκοπό τη διατήρηση της μνήμης του χωριού τους και ενίσχυση του αγώνα για επιστροφή.

Τέλος, σημαντικός αριθμός προσφύγων του 1974 μετανάστευσε (κυρίως στην Ελλάδα, στην Αγγλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και σε άλλες χώρες), αγωνιζόμενος για επιβίωση.

Η ανταλλαγή (διαχωρισμός) πληθυσμών ήταν ένα μόνο από τα μακροπρόθεσμα σχέδια της Τουρκίας σχετικά με την Κύπρο. Ο διαχωρισμός αυτός, που σήμαινε όχι μόνο γεωγραφική αλλά και εθνολογική διχοτόμηση της Κύπρου, ακολουθήθηκε από τη διαφοροποίηση της δημογραφικής σύνθεσης του πληθυσμού, με μεταφορά στην Κύπρο των χιλιάδων εποίκων από τα βάθη της Τουρκίας. Η ιδέα της διχοτόμησης ενισχύθηκε και με την προσπάθεια - που αναλήφτηκε από τους Τούρκους το 1975 και από τότε συνεχίζεται σταθερά - τουρκοποίησης ολόκληρης της βόρειας Κύπρου από κάθε άποψη. Όλων των κατεχομένων χωριών και τοποθεσιών αλλάχτηκαν το 1975 οι ονομασίες και αντικαταστάθηκαν από τουρκικές. Το ίδιο έγινε και με όλα τα τοπωνύμια των κατεχομένων περιοχών (ονόματα ακρωτηρίων, κόλπων, λόφων, ποταμών, βουνών κλπ. ). Εφαρμόστηκε, επίσης, σχέδιο καταστροφής εκκλησιών και άλλων μνημείων που σχετίζονταν με το ελληνικό παρελθόν του τόπου. Αρχαιότητες λεηλατήθηκαν, πουλήθηκαν σε ξένες αγορές ή και εξαφανίστηκαν, ανεκτίμητα έργα τέχνης (όπως μωσαϊκά, αρχαιολογικά ευρήματα, αγγεία, αγάλματα ιερά σκεύη και βυζαντινές εικόνες κλπ. ) κλάπηκαν και χάθηκαν.

Στο μεταξύ, στην ημικατεχόμενη Κύπρο κατόρθωσε να επιστρέψει μετά την ολοκλήρωση της τραγωδίας και ύστερα από 5 περίπου μήνες εξορίας ο πρόεδρος Μακάριος. Επέστρεψε στο νησί στις 7 Δεκεμβρίου του 1974 και τον υποδέχτηκε στη Λευκωσία μια τεράστια λαοθάλασσα, η μεγαλύτερη συγκέντρωση λαού που είχε γνωρίσει η Κύπρος.

Ο Μακάριος ανέλαβε ξανά την προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το μεγάλο διεθνές του κύρος δεν μπορούσε, ωστόσο να πετύχει θαύματα. Το χρησιμοποίησε στο έπακρο, και προς κάθε κατεύθυνση, τόσο για προώθηση κάποιας διαδικασίας για εξεύρεση λύσης στο κυπριακό πρόβλημα, όσο και για να πετύχει ένα φραγμό στις παραπέρα διχοτομικές ενέργειες της Τουρκίας. Εξασφάλισε επίσης την απαραίτητη οικονομική και άλλη βοήθεια από διάφορες κατευθύνσεις, ώστε όχι μόνο να στεγαστούν και να δραστηριοποιηθούν ξανά οι τόσες χιλιάδες των προσφύγων, αλλά και γενικότερα για να θεμελιωθεί ξανά πάνω στα ερείπια και τις στάχτες μια υγιής και εύρωστη οικονομία.

Η οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε συνδύασε τη βοήθεια που εξασφαλίστηκε με την αξιοποίηση στο έπακρο όλων των πόρων των ελευθέρων περιοχών της Κύπρου και με την εξασφάλιση εισροής ξένων κεφαλαίων με διάφορους τρόπους (λ.χ. μέσω του τουρισμού). Γενικότερα, αξιοποιήθηκε το οικονομικό δαιμόνιο του Έλληνα Κυπρίου και κατόρθωσε στα λίγα επόμενα χρόνια όχι μόνο να επανέλθει στο βιοτικό επίπεδο του 1974 αλλά να το ξεπεράσει κατά πολύ. Σε αντίθεση με τους Τουρκοκύπριους που εξακολουθούν να ζουν σε κατάσταση φτώχειας και δυστυχίας, παρά τους τόσους θησαυρούς που άρπαξαν το καλοκαίρι του 1974.

Απο την LivePedia.gr

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License

Your Ad Here


www.hellenica.de