Κασετόφωνο
|
|
Το Κασετόφωνο (Cassette deck) είναι Ηλεκτρονική συσκευή αναπαραγωγής ήχου με μαγνητική τεχνολογία που παρουσιάστηκε από την εταιρεία PHILIPS στα μέσα της δεκαετίας του '60. Η συσκευή αυτή υπήρξε διάδοχος της παλιάς, αποκλειστικά επαγγελματικής, τεχνολογίας αναπαραγωγής/εγγραφής μέσω μαγνητικών μπομπινών 7 ή 10.5 ιντσών. Το Ραδιοκασετόφωνο είναι ο συνδυασμός κασετόφωνου με δέκτη ραδιοφώνου σε μία συσκευή. Τεχνολογία Το κασετόφωνο αναπαράγει τον ήχο μέσω της κασέτας. Έχει μια μαγνητική κεφαλή ανάγνωσης και μία εγγραφής. Η λεπτή μαγνητική ταινία της κασέτας, επιστρωμένη με οξείδια του σιδήρου και τυλιγμένη σε καρούλια, εφάπτεται επί της κεφαλής, κινείται με σταθερή ταχύτητα (4,75 εκατοστά/δευτερόλεπτο για τις κασέτες ήχου του εμπορίου[1]) και το κασετόφωνο μέσω της κεφαλής μετατρέπει τις αναλογικά εγγεγραμμένες μαγνητικές πληροφορίες σε ήχο(ή σε κατάλληλα ηλεκτρικά μεταβαλλόμενο σήμα που καταλήγει σε ενισχυτή). Το ακριβώς αντίθετο γίνεται στην εγγραφή. Το κασετόφωνο λοιπόν διαθέτει ένα ηλεκτρικό κινητήρα που περιστρέφει τις εξοχές που κουμπώνουν στα καρούλια της κασέτας. Η ταχύτητα περιστροφής μπορεί να είναι κανονικά μπροστά για ακρόαση μουσικής, γρήγορη περιστροφή εμπρός ή πίσω για αναζήτηση κομματιού και επιλέγεται με τα αντίστοιχα πλήκτρα. Υπάρχει και ένα πλήκτρο κόκκινου χρώματος που πατώντας το το κασετόφωνο εγγράφει ηχητικά σήματα είτε από μικρόφωνο είτε από αλλή πηγή(Πικάπ, Ραδιόφωνο, άλλο κασετόφωνο). Μεγάλο πλεονέκτημα της μεθόδου αυτής είναι η δυνατότητα με απομαγνήτιση της κασέτας να την επανεγράψουμε πολλές φορές. Έτσι το κασετόφωνο της PHILIPS ήταν η πρώτη συσκευή εγγραφής μαζικής κατανάλωσης. Επίσης το κασετόφωνο λόγω της εύκολης αντιγραφής της κασέτας, επέτρεψε την παράνομη αντιγραφή και χρήση, υλικού που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα τόσο στην Ελλάδα όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Είδη κασετόφωνου και ιστορία Τα πρώτα κασετόφωνα ήταν απλές μονοφωνικές φορητές συσκευές με ενσωματωμένο μικρόφωνο, ώστε να μπορεί κανείς να ηχογραφήσει ανά πάσα στιγμή και οπουδήποτε. Ακολούθησε το κασετόφωνο αυτοκινήτου με τεράστια επιτυχία. Τα μεγάλα φορητά στερεοφωνικά κασετόφωνα με ενσωματωμένα ηχεία και πολλές φορές διπλές συσκευές ήταν η συνέχεια. To 1979 η Sony παρουσίασε το Walkman την απόλυτη φορητή συσκευή ήχου , μικρών διαστάσεων και βάρους με ενσωματωμένα ακουστικά. Το Walkman αποτέλεσε την κορύφωση της εμπορικής δημοφιλίας του κασετόφωνου αλλά σήμανε και την αρχή του τέλους του. Αξιοσημείωτα είναι και τα Hi-end κασετόφωνα, συσκευές με υψηλή πιστότητα ήχου που έφτασαν στο αποκορύφωμα τους με τα θρυλικά πλέον μοντέλα των εταιρειών Nakamichi και Teac. Τέλος τα κασετόφωνα χρησιμοποιούντο και από τους πρώτους οικιακούς υπολογιστές όπως οι Sinclair ως μέσο ανάγνωσης/εγγραφής προγραμμάτων (Software). Μειονεκτήματα και το τέλος του κασετόφωνου Το κασετόφωνο είχε σημαντικά μειονεκτήματα όπως την χαμηλή ποιότητα ήχου λόγω θορύβου που εισήγαγε στο σήμα, την σειριακή λογική εύρεσης των tracks, την μειούμενη ποιότητα σε κάθε αντιγραφή και εν γένει το γεγονός ότι ήταν αναλογική τεχνολογία και όχι ψηφιακή. Στα μέσα της δεκαετίας του '80 εμφανίστηκε το CD (ψηφιακή συσκευή δίσκου) το οποίο με βασικό του όπλο την καλύτερη ποιότητα ήχου, σιγά σιγά και ραγδαία όταν εμφανίστηκε η τεχνολογία CD-R/W(εγγραφής/επανεγγραφής), υποσκέλισε απολύτως την παλιά και πολύ πετυχημένη, μαγνητική τεχνολογία. Πηγές * Περιοδικό Ήχος & Εικόνα
1. ↑ http://hypertextbook.com/facts/2000/TienHueyHeh.shtml Από τη livepedia.gr + ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License |
<@=@=@> |
|
|
|
|