Ωμά
|
|
ωμά (επίρρημα) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :ωμ (ωμός) -ά] 1. όπως ακριβώς είναι, χωρίς περιστροφές: "του τα είπα ωμά" συνώνυμα: χύμα και τσουβαλάτα
Από τη Live-Pedia.gr + Βικιλεξικό + ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License |
<@=@=@> |
|
|
|