Αδιάθετος
|
|
Ετυμολογία αδιάθετος < α - στερητ. διατίθημι Επίθετο αδιάθετος, -η, -ο 1. που δεν έχει διατεθεί οι προμηθευτές δεν δέχονται επιστροφή των αδιάθετων εμπορευμάτων 2. που έχει μια μικρή αδιαθεσία, λίγο άρρωστος
Από τη Live-Pedia.gr + Βικιλεξικό + ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License |
|
|
|
|