Αντισημιτισμός


Ως αντισημιτισμός χαρακτηρίζεται η οποιαδήποτε συστηματική αντίθεση προς την Εβραϊκή φυλή, καθώς και οποιαδήποτε προσπάθεια περιορισμού της όποιας επιρροής της, φθάνοντας πολύ συχνά στην εχθρότητα, αλλά και σε προσπάθειες ακόμη μέχρι και την εξόντωσή της. Η εχθρότητα αυτή προς την εβραϊκή φυλή παρουσιάζει ιστορικά ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό συνεχείας σε αντίθεση με άλλες που περιορίσθηκαν ή περιορίζονται τόσο τοπικά όσο και χρονικά. Ο αντισημιτισμός απαντάται από τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι σήμερα, εκδηλούμενος πότε σε μια χώρα, πότε σε άλλη, και πότε σε πολλές μαζί, έτσι ώστε να προσλαμβάνει ο όρος μια παγκόσμια έκφανση.

Η αιτία - ερμηνεία αυτού του φαινομένου γεγονός είναι πως μόνο ιστορικά θα μπορούσε ν΄ αναζητηθεί. Πράγματι, προς αυτή τη κατεύθυνση έγιναν πολλές προσπάθειες, δεν είναι και λίγες, που όμως άλλες αποβλέπουν με πλείστα επιχειρήματα να δικαιολογήσουν την εκδηλούμενη εχθρότητα, και άλλες το αντίθετο, ν΄ αποδείξουν τον τελείως άδικο χαρακτήρα της.

Η ελληνική λέξη μαρτυρείται από το 1887 στην εφημερίδα "Αιών". Ιστορικά η βιαιότερη έκφραση του αντισημιτισμού υπήρξε στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων από τη Ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ.

Αρχαιότητα

Ο αντισημιτισμός κατά την αρχαιότητα σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της θεωρίας φαίνεται πως είχε πολιτισμική και θρησκευτική βάση. Σύμφωνα με τον Πήτερ Σάφερ (Peter Schafer), καθηγητή των Εβραϊκών σπουδών, οι Έλληνες, επαναδιατυπώνοντας τις αιγυπτιακές προκαταλήψεις και διεκδικώντας έναν παγκόσμιας εμβέλειας πολιτισμό κατά την ελληνιστική περίοδο, μετέτρεψαν τον αντι-ιουδαϊσμό των Αιγυπτίων σε αντισημιτισμό. Ωστόσο, θεωρεί ότι η ελληνική επαναδιατύπωση ήταν απόλυτα εξαρτώμενη από το βαθύ αιγυπτιακό μίσος, έτσι όπως εκφράστηκε από τον Μανέθωνα, (Schafer, 208). Αναζητώντας τα κίνητρα θεωρεί ότι ο ιουδαϊκός λαός διακατέχεται από μια "διάθεση απομόνωσης και αποξένωσης", αλλά θεωρεί ότι οι Ελληνοαιγύπτιοι και Αιγύπτιοι συγγραφείς μετέτρεψαν την ιουδαϊκή ιδιαιτερότητα σε "τερατώδη συνωμοσία ενάντια στο ανθρώπινο γένος και τις αξίες του", (Schafer, 208).

Αντισημιτικές θεωρίες προσπάθησαν ήδη από το 19ο αι. να δικαιολογήσουν τον αντισημιτισμό αναζητώντας τις αιτίες του στο θρησκευτικό ζηλωτισμό των Εβραίων και στο γεγονός ότι η εβραϊκή θρησκεία, ως μονοθεϊστική, καταδίκαζε ως ανήθικη την πίστη σε άλλους θεούς και την άσκηση διαφορετικών λατρευτικών πρακτικών. Για παράδειγμα, ο Γάλλος ιστορικός και φιλόλογος Ernest Renan (1823-92) ισχυριζόταν στις Μελέτες για την ιστορία της θρησκείας (Études d'Histoire Religieuse) το 1862 ότι στους "Σημίτες", που ήταν στρατιωτικά, πολιτικά, επιστημονικά και πνευματικά υπανάπτυκτοι, η έλλειψη ανοχής υπήρξε φυσική συνέπεια του μονοθεϊσμού της θρησκεία τους. Υπεύθυνοι για το μίσος εναντίον τους από την αρχαιότητα, όπως υποστήριζε ο Renan, είναι οι ίδιοι οι "Σημίτες" και η υπεροπτική αυτοπροβολή τους ως του εκλεκτού λαού του θεού.

Πράξεις βίας και καταπίεσης εναντίον των Εβραίων αναφέρονται ήδη στην Παλαιά Διαθήκη. Βίαιες συγκρούσεις σημειώθηκαν το 2ο αιώνα π.Χ. (βλ. Μακκαβαίοι), όταν ο βασιλιάς της Συρίας Αντίοχος Δ' ο Επιφανής επιχείρησε να απαγορεύσει στους Εβραίους την άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.

Ο εβραίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος (Josephus) έζησε το 38 - 107 μ.Χ. κι έγραψε δύο σημαντικά έργα: Περί του Ιουδαϊκού πολέμου και Ιουδαϊκή Αρχαιότητα. Το πρώτο μισό του βιβλίου επαναλαμβάνει τη βιβλική ιστορία, με κάποια συμπύκνωση και καλλωπισμό, αλλά όταν γράφει για την ελληνιστική περίοδο στηρίζεται σε επίσημες αρχεία και διάφορους συγγραφείς της ελληνιστικής περιόδου όπως είναι ο Βηρωσσός και ο Μανέθων. Για την επανάσταση των Μακκαβαίων στηρίζεται στο Μακκαβαίων Α'.

Τα βιβλία Μακκαβαίων Α΄ και Β΄ είναι οι κύριες πηγές μας για την περίοδο πριν και κατά τη διάρκεια της Ασμόνειας εξέγερσης. Η Ασμόνεια εξέγερση ήταν μια ιδεολογική και πολιτική σύγκρουση, που οδήγησε τους Εβραίους της Παλαιστίνης σε μια σύντομη, αλλά σημαντική περίοδο ανεξαρτησίας πριν την τελική ρωμαϊκή κυριαρχία. Την εξέγερση, που ήταν ουσιαστικά ένα λαϊκό κίνημα για θρησκευτική ανεξαρτησία και πολιτική αυτονομία, καθοδήγησε η οικογένεια του ιερατικού τάγματος των Ασμοναίων κατά τον δεύτερο αιώνα π.Χ. Ήταν μια σύγκρουση μεταξύ των Εβραίων της Παλαιστίνης και των Σελευκιδών, οι οποίοι απείλησαν τους Εβραίους και τη θρησκεία τους.

Οι βίαιες συγκρούσεις συνεχίστηκαν και στη διάρκεια της ρωμαϊκής κυριαρχίας στην Παλαιστίνη. Το 65 μ.Χ. οι Εβραίοι, επειδή είχαν αγανακτήσει από τους υπέρογκους φόρους, επιχείρησαν μια εξέγερση που κατέληξε το 70 μ.Χ. με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο. Μια δεύτερη εξέγερση το 132-135 μ.Χ. είχε ως επακόλουθο τη διασπορά των Εβραίων σε όλο τον κόσμο.

Μεσαίωνας

Ο αντισημιτισμός κατά το Μεσαίωνα φαίνεται πως έχει κυρίως θρησκευτική και οικονομική βάση. Όταν ο Χριστιανισμός έγινε επίσημη θρησκεία του κράτους, η εχθρότητα των Εβραίων κατά του Χριστιανισμού αποτέλεσε πρόσχημα αποκλεισμού τους. Ο χριστιανισμός είδε τον Ιουδαϊσμό ως ξεπερασμένη θρησκεία, που είχε ήδη αντικατασταθεί από την Εκκλησία. Η πολιτική των εκκλησιών του Μεσαίωνα χώρισε τους Εβραίους από την κοινότητα απαγορεύοντας την επιγαμία και επέβαλε οικονομικούς περιορισμούς. Αρκετοί μελετητές πιστεύουν πως οι νόμοι που επιβλήθηκαν από την εκκλησία προκάλεσαν ένα εκτεταμένο ρεύμα αντισημιτισμού. Καθώς μάλιστα στους Χριστιανούς απαγορευόταν να δανείζουν χρήματα με τόκο, οι Εβραίοι, που δεν είχαν τέτοια απαγόρευση, ενσάρκωναν την εικόνα των κακών τοκογλύφων. Οι κατηγορίες πως οι Εβραίοι σκότωναν τα παιδιά και χρησιμοποιούσαν το αίμα τους για την παρασκευή του άζυμου άρτου αναπτύχθηκαν κυρίως στα χριστιανικά μεσαιωνικά κείμενα. Παρόλο που θεωρείται ότι το Βατικανό άσκησε ήπια πολιτική απέναντι στους Εβραίους της διασποράς, αφού δεν απαγόρευσε την είσοδό τους στην Αγία Πόλη, υπήρξαν παραδείγματα βίαιας συμπεριφοράς. Η σταυροφορία, που υποκινήθηκε από μια ομιλία του παπά Ουρβανού ΙΙ το 1095, οδήγησε στη σφαγή χιλιάδων Εβραίων "απίστων".

Με τη σειρά του ο πάπας Γρηγόριος ΙΧ τυπικά καθιέρωσε την Ιερή Εξέταση το 1233 προκειμένου να καταπολεμήσει τις αιρέσεις. Η Ιερή Εξέταση τυπικά δεν στόχευσε στους Εβραίους, αλλά κατά τα μέσα του 13ου αιώνα το Ταλμούδ θεωρήθηκε βλάσφημο και τα δικαστήρια της Ιερής Εξέτασης λογόκριναν και κατέστρεψαν εβραϊκά κείμενα. Ακόμα και αυτές οι ενέργειες ήταν σχετικά ήπιες σε σύγκριση με εκείνες της ισπανικής Ιερής Εξέτασης. Οι Ισπανοί ιεροεξεταστές βασάνισαν, εκτέλεσαν και απέβαλαν τελικά τους Εβραίους και τους Εβραίους-Marranos που είχαν βίαια προσηλυτιστεί αλλά πιστευόταν ότι ασκούσαν κρυφά τον Ιουδαϊσμό. Οι Εβραίοι εκδιώχθηκαν από διάφορα κράτη σε όλη τη δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια του πρώιμου κυρίως Μεσαίωνα, τη χειρότερη ίσως περίοδο για τους ευρωπαίους Εβραίους μετά τις διώξεις της δεκαετίας 1930-40.

Αναγέννηση και Διαφωτισμός
Μετά τη χειραφέτηση των Εβραίων στα πλαίσια του Διαφωτισμού του 18ου αι. και της Γαλλικής Επανάστασης, οι θρησκευτικές και οικονομικές δυσαρέσκειες έδωσαν βαθμιαία τη θέση τους σε συναισθήματα προκατάληψης που είχαν ως βάση τους το ιδεολόγημα ότι οι Εβραίοι είναι ξεχωριστή φυλή. Αυτή η νέα τάση δεν οφειλόταν μόνο στον αυξανόμενο εθνικισμό του 19ου αιώνα, αλλά και στη συνειδητή καλλιέργεια, ιδιαίτερα μεταξύ των ορθόδοξων Εβραίων, πολιτιστικών και θρησκευτικών φραγμών που απομόνωναν τις εβραϊκές μειονότητες από άλλους πολίτες. Αναφέρεται επίσης ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ της πτώσης του Ναπολέοντα και της ανόδου του Χίτλερ η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, η οποία άλλοτε προσυπέγραφε μερικές φορές την ιδέα της εβραϊκής φυλετικής ταυτότητας και άλλοτε την αρνείτο, όχι μόνο απέφυχε να καταδικάσει τον ευρωπαϊκό αντισημιτισμό, αλλά στην πραγματικότητα συνεισέφερε στην αύξησή του. Η εβραϊκή αντίδραση στο φαινόμενο του αντισημιτισμού με τις πολλές μορφές του βρήκε την πολιτική έκφραση στον Σιωνισμό.

Ο Λούθηρος, ο εμπνευστής του προτεσταντικής μεταρρύθμισης, διατύπωσε τις αντισημιτικές του απόψεις στο βιβλίο Οι Εβραίοι και τα ψέματά τους. Εκεί εκφράζεται για τους Εβραίους με πολύ σκληρά λόγια και διατυπώνει συγκεκριμένες προτάσεις για πογκρόμ εναντίον τους και για διαρκή καταπίεση και αποκλεισμό τους. Σύμφωνα με το δημοσιογράφο Paul Johnson, "μπορεί να χαρακτηριστεί το πρώτο βιβλίο του σύγχρονου αντισημιτισμού και ένα γιγάντιο βήμα στο δρόμο προς το Ολοκαύτωμα."[1] Ώστόσο, λίγο πριν το θάνατό του, ο Λούθηρος κήρυττε ότι "θέλουμε να τους αντιμετωπίσουμε με χριστιανική αγάπη και να προσευχηθούμε γι' αυτούς, ώστε να αλλάξουν πίστη και να δεχθούν τον Κύριο."[2] Τα σκληρά σχόλια του Λουθήρου για τους Εβραίους θεωρούνται από πολλούς συνέχεια του μεσαιωνικού χριστιανικού αντισημιτισμού.

Η αντιπάθεια κατά των Εβραίων χρησιμοποιήθηκε από δημαγωγούς, όπως ο Εντουάρ Ντρυμόν (Édouard Drumont) στη Γαλλία, για να στρέψει τις μάζες ενάντια σε μια υπάρχουσα κυβέρνηση, και από αντιδραστικές κυβερνήσεις, όπως στη Ρωσία, για να εκτονωθεί η λαϊκή δυσαρέσκεια, καλλιεργώντας το πρότυπο του αποδιοπομπαίου τράγου. Eκατομμύρια Ρωσοεβραίων και Πολωνοεβραίων μετά από τη δολοφονία (1881) του Αλέξανδρου Β’, υπέστησαν πογκρόμ και βρήκαν καταφύγιο σε άλλες χώρες, εντείνοντας την άποψη ότι οι Εβραίοι ήταν 'ξένοι' και εισβολείς. Με αντισημιτικά επιχειρήματα προωθήθηκαν εθνικιστικά, ρατσιστικά, αντισοσιαλιστικά και αντικαπιταλιστικά πολιτικά προγράμματα.

Νεότεροι χρόνοι
Η βάση του αντισημιτισμού στους νεότερους χρόνους πέραν του θρησκευτικού και πολιτισμικού χαρακτήρα αποκτά και έναν ιδιότυπο βιολογικό χαρακτήρα. Στο τέλος του 19ου αιώνα, μία από τις μεγαλύτερες πλαστογραφίες της ιστορίας, τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών αποτέλεσαν ισχυρά όπλα στα χέρια των αντισημιτών όλου του κόσμου. Τα παρουσίασαν ως πρακτικά συνεδριάσεων, που έκαναν δήθεν οι αρχηγοί του ιουδαϊσμού το 1897, με σκοπό να υποτάξουν τον κόσμο στην «ιουδαιομασονική» κυριαρχία. Στην πραγματικότητα τα "Πρωτόκολλα" είχαν γραφτεί κατ' εντολήν του Τσάρου της Ρωσίας με σκοπό να νομιμοποιήσουν κάποιες ενέργειές του εναντίον των Εβραίων.

Οι φυλετικές ψευδεπιστημονικές θεωρίες της αποκαλούμενης άριας ανωτερότητας προέκυψαν κατά τον 19ο αι. με κείμενα του Ζοζέφ Γκομπινό (Joseph Arthur Gobineau) και του Χιούστον Τσάμπερλαιν (Houston Stewart Chamberlain) και βρήκαν το αποκορύφωμά τους σε εκείνες του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (Alfred Rosenberg.

Στη Γερμανία, η συνθηκολόγηση κατά το τέλος του Α' παγκοσμίου πολέμου (Νοέμβριος 1918) προκάλεσε την αναβίωση του αντισημιτισμού, που από την περίοδο του Μπίσμαρκ δεν έπαψε να εκδηλώνεται στον τύπο και τη λογοτεχνία. Ως εξήγηση της ήττας αναπτύχθηκε ο μύθος του «πισώπλατου μαχαιρώματος», που απέδιδε τη συνθηκολόγηση στις παρασκηνιακές ενέργειες των πολιτικών την ώρα που ο στρατός μαχόταν νικηφόρα στο μέτωπο. Οι πολιτικοί αυτοί, όπως υποστήριζε ο μύθος, είχαν διαβρωθεί από κομμουνιστές και Εβραίους. Ο μύθος του «πισώπλατου μαχαιρώματος» αποτέλεσε κεντρικό ιδεολόγημα της προπαγάνδας του Χίτλερ και συνέβαλε σημαντικά στην άνοδο και την επικράτησή του. Ταπεινωμένη από την ήττα, η δημοκρατία είδε να ανδρώνεται το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα, του οποίου ένας από τους κύριους στόχους ήταν η πολιτική και ηθική εξόντωση και στη συνέχεια η φυσική εξαφάνιση όλων των Εβραίων, όχι μόνο στη Γερμανία αλλά και σ' όλη την Ευρώπη.

Οι αντισημιτικές ταραχές άρχισαν να αναπτύσσονται στη Γερμανία από το 1921. Ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του εκμεταλλεύθηκαν επιδέξια την οικονομική κρίση και στο όνομα της καθαρότητας της άριας φυλής, η νομοθεσία του Γ' Ράιχ στέρησε ουσιαστικά τους Εβραίους από όλα τα δικαιώματα του πολίτη, πριν στερηθούν και την ιθαγένειά τους. Μέχρι την απελευθέρωση, τακτικές αποστολές διοχέτευαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίους, προοριζόμενους για την «τελική λύση» που είχε σχεδιάσει ο Χίτλερ.

Το τέλος του πολέμου και της ναζιστικής δίωξης δε σήμανε το τέλος του αντισημιτισμού, όπως φαίνεται από τις σποραδικές επιθέσεις στις συναγωγές σε πολλές χώρες μετά το τέλος του B' παγκοσμίου πολέμου. Στις ΕΣΣΔ και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου ο αντισημιτισμός αποκηρύχθηκε επίσημα, συνέχισε να εμφανίζεται με νέες μορφές. Από την πρόσφατη δεκαετία του '40 μέχρι το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν το 1953, οι αντισημιτικές διώξεις έλαβαν τη μορφή εκτοπίσεων, φυλακίσεων και πολιτισμικής καταστολής.

Αν και ο αντισημιτισμός υποχώρησε σταδιακά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '50, επανεμφανίστηκε στη δεκαετία του '60 και τη δεκαετία του '70, με περιοδικό κλείσιμο των συναγωγών, ιδιαίτερα με την άνοδο του αντισημιτισμού που ακολούθησε τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1967. Με την γκλάσνοστ του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και την αποσύνθεση της Σοβιετικής Ένωσης, ένας μεγάλος αριθμός Εβραίων μετανάστευσε. Φαίνεται, όμως, πως ο διεθνής αντισημιτισμός έγινε τόσο αποδεκτός από την παγκόσμια κοινότητα, ώστε τα Ηνωμένα Έθνη δεν τον καταδίκασαν ως ρατσισμό μέχρι το 1999.

Καταχρήσεις-παρανοήσεις
Ο Δυτικός Κόσμος αντιμετωπίζει τον Αντισημιτισμό ως έγκλημα μίσους και χειρότερο από το εμπόριο παράνομων ναρκωτικών, τον βομβαρδισμό αμάχων, την κατοχή και τον πόλεμο. Ο Επιζώντας του Ολοκαυτώματος Εβραίος και καθηγητής Πολιτικών Επιστημών Norman Gary Finkelstein[3] απολύθηκε από τρία Πανεπιστήμια της Αμερικής[4] για την υπόδειξη του στη νεοτέρα συσχέτιση ολοκαυτώματος-κέρδους[5]. Το ιδεολογικό οπλοστάσιο του αντισημιτισμού επιστρετεύεται στα χρόνια μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και στις διαμάχες γύρω από την εσωτερική και εξωτερική πολιτική του κράτους του Ισραήλ, κυρίως σε συνάρτηση με την κατοχή των εδαφών της Παλαιστίνης. Το ίδιο το Ισραήλ τεκμηριώνει ιδεολογικά την ίδρυσή του και τη συνεχιζόμενη κατοχή ως άμυνα στο αντισημιτικό μίσος και κατηγορεί συχνά ως αντισημίτες όσους αντιτίθενται στα μέσα που χρησιμοποιεί για να υλοποιήσει και να εδραιώσει τις επιδιώξεις του. Ο Αραβικός και Ισλαμικός κόσμος από την άλλη πλευρά συχνά καταφεύγει σε αντισημιτικά επιχειρήματα για να τεκμηριώσει την αντίδρασή του στην ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ, στις επεκτατικές του διαθέσεις και στη βάρβαρη μεταχείριση των αραβικών πληθυσμών της Παλαιστίνης. Ο αντισημιτισμός κάποιων Αράβων ηγετών φτάνει κατά καιρούς μέχρι και στην άρνηση του γεγονότος του Ολοκαυτώματος.

Υπό το κράτος των διεθνών αντιδράσεων για τις πολιτικές και στρατιωτικές επιλογές του Ισραήλ στα κατεχόμενα, ο όρος αντισημιτισμός και η κατηγορία περί αντισημιτισμού χρησιμοποιήθηκε αρκετές φορές ως όπλο άμυνας ενάντια στις πιέσεις της διεθνούς σκηνής από την εξωτερική πολιτική του Ισραήλ, με αποτέλεσμα πολλές χώρες να κατηγορούνται σήμερα επισήμως για αντισημιτισμό, περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο την κατανόηση του όρου και των κοινωνικών του επιπτώσεων. Ο αντισημιτισμός, ωστόσο, ως έννοια υποδηλώνει κυρίως την εχθρότητα κατά των Εβραίων και όχι κατά του Σιωνισμού (εθνικιστικού κινήματος των Εβραίων τύπου Μεγάλης Ιδέας από το οποίο προέκυψε και το κράτος του Ισραήλ). Τα πογκρόμ και το ολοκαύτωμα είχαν να κάνουν με το Ισραήλ, με τους Εβραίους ως θρησκευτική, πολιτισμική και βιολογική οντότητα. Η συγκεκριμένη διάκριση αντιπροσωπεύει την ουσία του αντισημιτισμού. Οι όποιες διασυνδέσεις του όρου ένθεν και ένθεν για την αιτιολόγηση πολιτικών επιλογών στερεί από τη λέξη το νόημά της, παράγοντας έναν γενικό φαύλο κύκλο εχθρότητας εκατέρωθεν.

Παραπομπές σημειώσεις

  1. ↑ Johnson, Paul. A History of the Jews, HarperCollins Publishers, 1987, 242. ISBN 5551768589
  2. ↑ Luther, Martin. D. Martin Luthers Werke: kritische Gesamtausgabe, Weimar: Hermann Böhlaus Nachfolger, 1920, Vol. 51, 195.
  3. Short Bio
  4. [1]
  5. [2]

Κύρια άρθρα

* Ιστορία των Εβραίων στην Ελλάδα
* Φάσεις του Ολοκαυτώματος

Βιβλιογραφία

* Peter Schafer. Judeophobia: Attitudes toward the Jews in the Ancient World. Cambridge: Harvard University Press, 1997, ISBN 0-674-48777-X.
* H. A. Oberman, The Roots of Anti-Semitism in the Age of Renaissance and Reformation (1984)
* D. I. Kertzer, The Popes against the Jews: The Vatican's Role in the Rise of Modern Anti-Semitism (2001).
* Nicholls, William «The Satanizing of the Jews: Origin and Development of Mystical Anti-Semitism.(Review)», στο Judaism: A Quarterly Journal of Jewish Life and Thought, June 22, 1998
* Norman Finkelstein. THE HOLOCAUST INDUSTRY: REFLECTIONS ON THE EXPLOITATION OF JEWISH SUFFERING

Δικτυακοί τόποι

Αλφαβητικός κατάλογος

<@=@=@>


Εισάγετε τους δικούς σας όρους αναζήτησης Αναζήτηση

 

Web

www.hellenica.de


Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License

<@=@=@>


www.hellenica.de