Λόφου
|
|
Λόφου - Λεμεσός , Αυγούστα Στυλιανού, ζωγράφος Λόφου , κοινότητα της επαρχίας Λεμεσού στην Κύπρο στη γεωγραφική περιφέρεια των αμπελοχωριών Λεμεσού – Πάφου,. Η Λόφου (παλιά Λόφος) είναι περίπου 26 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Λεμεσού
Εκκλησία Χρυσολοφίτισσα. Κτίστηκε το 1872μ.χ . Λόφου - Λεμεσός , Αυγούστα Στυλιανού, ζωγράφος
Είσοδος εκκλησίας Παναγίας Χρυσολοφίτισσας κτίσμα του 1872μ.χ. Λόφου – Λεμεσός, Αυγούστα Στυλιανού, ζωγράφος Η Λόφου είναι κτισμένη αμφιθεατρικά πάνω σε λόφους, σε μέσο υψόμετρο 780 μέτρων και δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση 650 χιλιοστομέτρων. Η οδική σύνδεση της Λόφου με τα γύρω χωριά γίνεται με ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Στα βόρεια συνδέεται με το χωριό Πέρα Πεδί (περί τα 6,5 χμ.), στα νοτιοδυτικά με το χωριό Άγιος Θεράπων (περί τα 4,5 χμ.) ενώ στ΄ ανατολικά με τα χωριά Συλίκου, Μονάγρι και Δωρός. Σήμερα, για να επισκεφθεί κάποιος το χωριό από τη Λεμεσό χρειάζεται περίπου 25 λεπτά. Ανηφορίζοντας το δρόμο Λεμεσού – Πλατρών και στρίβοντας αριστερά λίγο μετά την Άλασσα (νέα θέση), σε 15 λεπτά βρίσκεσαι στο χωριό. Το χωριό οφείλει την ονομασία του στο γεγονός ότι είναι κτισμένο πάνω σε λόφο. Η αρχική ονομασία του ήταν (ο) Λόφος και βρισκόταν σε χρήση ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Για τη μετονομασία του χωριού από Λόφο σε Λόφου, ο Σίμος Μέναρδος υποστηρίζει ότι η αλλαγή από ονομαστική πτώση σε γενική έγινε, γιατί η τελευταία είναι πιο εύχρηστη στην καθημερινή ομιλία των αγροτών, που χρησιμοποιούν τις πλάγιες πτώσεις, όταν αναφέρονται σε αποστάσεις, σε κατοίκους ή σε προϊόντα του χωριού. Η επικρατούσα άποψη σχετικά με την ίδρυση του χωριού, είναι πως αυτό πρέπει να ιδρύθηκε στα χρόνια που προηγούνται της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο. Έτσι, ανάγεται η ίδρυσή του στα χρόνια των αραβικών επιδρομών, όταν οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα παράλια για λόγους προστασίας. Πραγματικά, η θέση του χωριού είναι πολύ καλή, γιατί είναι κρυμμένο και παρέχει ασφάλεια. Σύμφωνα με τον Πέτρο Πόρακο στο βιβλίο του «Λόφου, οι άνθρωποι στο χώρο και στο χρόνο» (2004) το χωριό, με βάση αρχαιολογικές μαρτυρίες, ήταν ξανά και ξανά κατοικημένο μιας και καταστράφηκε πολλές φορές. Στο παρόν τεύχος θα σταθούμε περισσότερο από την περίοδο της Αγγλοκρατίας και εντεύθεν ούτως ώστε ο αναγνώστης να κατανοήσει καλύτερα τη σημερινή μορφή και δομή του χωριού. Η περίοδος της Αγγλοκρατίας σύμφωνα με τον ερευνητή Πόρακο (2004) μεταμορφώνει τη Λόφου σ’ ένα μεγάλο αμπελοχώρι. Το συνεχές φύτεμα αμπελιών άλλαξε την όψη του χωριού. Εντυπωσιακό ήταν το θέαμα ολόκληρης της περιοχής που καταλάμβανε το χωριό, όταν άνθιζαν τα αμπέλια στις όμορφα κτισμένες και επιμελώς διατηρημένες δόμες. Ταυτόχρονα βέβαια, αυτό συνιστά ένα μεγάλο πρόβλημα για τη Λόφου σήμερα, μιας και η εγκατάλειψη των αμπελώνων οδήγησε σε μια μεγάλη έλλειψη πρασίνου παρά το υψηλό υψόμετρο και την ικανοποιητική βροχόπτωση. Εκτός από τα αμπέλια οι Λοφίτες ασχολήθηκαν σε λιγότερο βαθμό με τα σιτηρά και τη χαρουποκαλλιέργεια. Τρία είναι τα σημαντικότερα γεγονότα της περιόδου για το χωριό. Με βάση τη χρονολογική σειρά αυτά είναι: το κτίσιμο της εκκλησίας, η ίδρυση γεωργικού συνεταιρισμού των κρασοχωριών Λεμεσού και η εκλογή του Λοφίτη Χ΄΄ Στυλλή Χ΄ Γιώργη στο αξίωμα του βουλευτή. Η εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Είναι ένα σπουδαίο οικοδόμημα των μέσων του 19ου αιώνα. Είναι κτισμένη σε μικρό ύψωμα στα δυτικά του κέντρου του χωριού. Το κτίσιμο του κεντρικού κτιρίου άρχισε πιθανόν το 1854 και ολοκληρώθηκε το 1872. Το μήκος της εκκλησίας φτάνει τα 30 μέτρα ενώ το πλάτος τα 13 μέτρα. Για το κτίσιμο της εκκλησίας της Λόφου μπορεί να υπερηφανεύονται όλοι οι Λοφίτες μιας και όλοι τους εργάστηκαν αφιλοκερδώς και με ζήλο προς το σκοπό αυτό. Μόνο οι τεχνίτες πληρώνονταν οι οποίοι δεν ήταν Λοφίτες. Το εσωτερικό της εκκλησίας φέρει τη σφραγίδα ενός σπουδαίου καλλιτέχνη, του Όθωνα Γιαβόπουλου, παππού του Γιώργου Βασιλείου πρώην προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Γιαβόπουλος εργάστηκε στη Λόφου από το 1910 ως το 1919 και όλες οι τοιχογραφίες που υπάρχουν στην εκκλησία είναι δικές του δημιουργίες. Ξεχωρίζουν «η πλατυτέρα των ουρανών» στο γυναικωνίτη, «οι μυροφόρες γυναίκες», «η αποκαθήλωση του Χριστού» και η «γέννηση της Θεοτόκου στο κυρίως ναό και τα χρυσά αστέρια σ΄ ένα καταγάλανο ουρανό στην οροφή του ναού. Ως προς το δεύτερο, είναι όντως καινοτόμος για την εποχή η απόφαση των κατοίκων των κρασοχωριών να ιδρύσουν γεωργικό συνεταιρικό σύνδεσμο για να αντιμετωπίσουν την κερδοσκοπία των εμπόρων και να προασπίσουν τα συμφέροντά τους. Για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Ελευθερία (14/5/1921), έγινε συνέλευση των κατοίκων των κρασοχωρίων στο Όμοδος, όπου εξέλεξαν επιτροπή για εγγραφή μελών με μετοχές προς 2 λίρες η καθεμιά. Στις 24/4/1923 γίνονται εκλογές στην Εταιρεία. Η συνέλευση έγινε στο Βουνί. Οι κάτοικοι της Λόφου πρωτοστάτησαν στην όλη προσπάθεια μιας και εξελέγησαν από τη Λόφου ο πρόεδρος Χ΄΄ Στυλλής Χ΄ Γιώργης, ο αντιπρόεδρος Γ. Αθηνόδωρος, ο γραμματέας Ν. Λοφίτης και τα μέλη Στυλλής Χ΄΄ Πετρή, Ηλίας Γεωργίου και Αγαθοκλής Ηρακλέους. Η επιβίωση της Εταιρείας ήταν δύσκολη. Η οικονομική κρίση δεν ξεπεράστηκε, οι δόσεις των μετοχών καθυστερούσαν, κινήθηκαν αγωγές. Τελικά στις 2/6/1923 αποφασίστηκε η διάλυση της Εταιρείας. Το τρίτο ενδιαφέρον ιστορικό γεγονός της περιόδου, που σχετίζεται με τη Λόφου, είναι η εκλογή του Χ΄΄ Στυλλή Χ΄ Γιώργη από τη Λόφου στο Κυπριακό Νομοθετικό Συμβούλιο. Στις βουλευτικές εκλογές του 1923, λόγω της συνεχούς άρνησης των Άγγλων να ικανοποιήσουν το αίτημα των Ελλήνων Κυπρίων για Ένωση με την Ελλάδα, η ελληνική κυπριακή πλευρά κηρύσσει αποχή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προσέλθουν στις κάλπες μόνο το 8% των ψηφοφόρων. Ανάμεσα στους εκλεγέντες, τους λεγόμενους επταδικούς, ήταν και ο Λοφίτης Χ΄΄ Στυλλής Χ΄ Γιώργη. Η εκλογή του δίχασε το χωριό το οποίο διάνυσε μια περίοδο έντασης και παθών πριν επανέλθει στην ομαλότητα. Στα χρόνια αυτά γίνεται εντονότερος και ο λεγόμενος «αποικισμός» του Ύψωνα από τους Λοφίτες. Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η πολύ διαδεδομένη αντίληψη ότι το χωριό Ύψωνας ιδρύθηκε το 19ο αιώνα από τους κατοίκους της Λόφου. Ορθότερο είναι να υποστηριχθεί είναι ότι ο Ύψωνας υπήρχε ως οικισμός από τα μεσαιωνικά χρόνια και ότι στα νεότερα χρόνια κατοικήθηκε από τους Λοφίτες. Ο Ύψωνας κατοικήθηκε για πρώτη φορά από τους Λοφίτες γύρω στα 1770, όπως επιβεβαιώνεται από σχετική γραπτή μαρτυρία που υπάρχει και τιτλοφορείται «Η εύρεσις του Ύψωνος υπό αειμνήστου Γερόγιαννου εκ Πολεμιδίων». Το Γερόγιαννο ακολούθησαν αρχικά κάποιοι συγγενείς του και αργότερα προστέθηκαν και άλλοι. Κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας και τις πρώτες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας οι κάτοικοι της Λόφου κατέβαιναν εποχιακά στον Ύψωνα για να καλλιεργήσουν ή να θερίσουν τα χωράφια που είχαν στην περιοχή. «Μεταξύ της 15ης και 20ης Φεβρουαρίου οι Λοφίτες ερχόντουσαν από τον Ύψωνα στη Λόφου για να ασχοληθούν με το κλάδεμα και την καλλιέργεια των αμπελιών. Το Μάιο επιστρέφανε στον Ύψωνα για το θερισμό και το αλώνισμα. Ως τον Αύγουστο ασχολούνταν με το μάζεμα των χαρουπιών και επέστρεφαν πάλι στη Λόφου το Σεπτέμβρη για τον τρυγητό. Το Νοέμβριο πάλι επέστρεφαν στον Ύψωνα για τη σπορά. Ας σημειωθεί ότι πριν από το 1950 στον Ύψωνα πήγαιναν μόνο οι άντρες, οι γυναίκες έμεναν πάντα στη Λόφου με τα παιδιά τους» (Πόρακος, 2004, σελ. 46). Μέχρι το 1911 ελάχιστοι κάτοικοι (12) υπήρχαν στον Ύψωνα. Σταδιακά, αρκετοί από τους διακινούμενους γεωργούς εγκαταστάθηκαν στον Ύψωνα. Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας παρατηρείται σταθερή πληθυσμιακή παρακμή της Λόφου προς όφελος του Ύψωνα. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και ιδιαίτερα μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο παρατηρείται εντυπωσιακή αύξηση των κατοίκων του Ύψωνα και παράλληλα δραματική μείωση των κατοίκων της Λόφου. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1946-1960 οι κάτοικοι της Λόφου μειώθηκαν κατά 700 περίπου (από 924 σε 234) και του Ύψωνα αυξήθηκαν κατά 1000 περίπου (από 492 σε 1496). Η περίοδος 1946 – 1986 μπορεί να χαρακτηριστεί σαν «ευχή και κατάρα» για τη Λόφου. «Κατάρα» γιατί το χωριό εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του και η ζωντάνια χάθηκε από την καθημερινότητα των εναπομείναντων κατοίκων. Η υποτίμηση ήταν τέτοια που κάποιοι κάτοικοι ξήλωναν κυριολεκτικά τα σπίτια τους στη Λόφου, για να μεταφέρουν οτιδήποτε είχε αξία στα μόνιμα μέρη κατοικίας τους. «Ευχή», γιατί σε γενικές γραμμές το χωριό παρέμεινε άθικτο, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές, σαν μοναδικό δείγμα ενός παραδοσιακού κυπριακού χωριού της υπαίθρου. Μια παρακαταθήκη για να μπορούμε σήμερα να βλέπουμε και ταυτόχρονα να θαυμάζουμε μια ολοζώντανη λαΐκή αρχιτεκτονική. Το 1987 λοιπόν η ίδρυση του Συνδέσμου Αποδήμων Λόφου εγκαινιάζει το προαναφερθέν πνεύμα, το οποίο διέπει μέχρι σήμερα το χωριό. Ταυτόχρονα, ο Σ.Α.Λ. σκοπεύει ν’ αναπτύξει και να συσφίξει τους δεσμούς φιλίας, συναδέλφωσης, συνεργασίας και πνευματικής ανάπτυξης των απανταχού Λοφιτών και φίλων της Λόφου. Την ίδια περίοδο ξεκινούν και οι εργασίες αναπαλαίωσης σε ιδιωτικά και δημόσια κτίρια. Μέσα στα πλαίσια ευρύτερου προγράμματος για την αναπαλαίωση ολόκληρου του χωριού, το Τμήμα Πολεοδομίας προχωρεί σε συνεργασία με τους ιδιοκτήτες στην αποκατάσταση των σπιτιών του χωριού. Έχει μάλιστα καθοριστεί ειδική ζώνη, η οποία περιλαμβάνει ουσιαστικά ολόκληρο το παλιό χωριό, όπου τα σπίτια πρέπει να συντηρούνται ή να οικοδομούνται με συγκεκριμένες οδηγίες π.χ. κτισμένα με πέτρα ή επένδυση πέτρας. Τα τελευταία χρόνια οι επισκευές προωθούνται με ταχύτερο ρυθμό σαν ανταπόκριση στο συνεχώς αυξανόμενο ενδιαφέρον να επισκευάσουν και να αξιοποιήσουν τα σπίτια τους. Ως εκ τούτου, ελάχιστες είναι σήμερα οι «χαλοσπιτιές» που συναντά ο επισκέπτης στο χωριό. Σήμερα, τα αναπαλαιωμένα σπίτια του χωριού με τα όμορφα ξύλινα μπαλκόνια τους, τα λιθόστρωτα στενά δρομάκια, το νεοκλασικού ρυθμού σχολείο, η μεγαλοπρεπής εκκλησία, ο παραδοσιακός ελιόμυλος και αλευρόμυλος στο αγροτικό μουσείο, οι βρύσες και οι στέρνες αλλά και πολλές άλλες μικρές εκφάνσεις ζωής και δημιουργίας του χωριού προσελκύουν τον καθένα από εμάς. Ειδικές εκδηλώσεις όπως το φεστιβάλ του Δεκαπενταύγουστου, η «γιορτή του Παλουζέ» κάθε τελευταία Κυριακή του Σεπτέμβρη, το μνημόσυνο του λοφίτη ήρωα του 1821 Ιωάννη Σταυριανού, η γιορτή της Παναγίας στις 25 Μαρτίου και οι πασχαλινές εκδηλώσεις μαζικοποιούν την ανθρώπινη παρουσία στη Λόφου. Τέλος, οι ταβέρνες του χωριού και το νεόκτιστο ξενοδοχείο, κτισμένα ή αναπαλαιωμένα όλα σε παραδοσιακούς ρυθμούς λαϊκής αρχιτεκτονικής, μπορούν να χαρίσουν στιγμές παραδοσιακής κυπριακής φιλοξενίας στον κάθε επισκέπτη.
Λόφου – Λεμεσός, Αυγούστα Στυλιανού, ζωγράφος
Πλακόστρωτο δρομάκι στη Λόφου – Λεμεσός, Αυγούστα Στυλιανού, ζωγράφος Κοινοτάρχης : Γεώργιος Δάνος (Νικολάου)
Κατάλογος δήμων και κοινοτήτων Κύπρου
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
|