Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν συμμαθητής του Μιχαήλ Ψελλού και του (μετέπειτα διαδόχου του στον Οικουμενικό Θρόνο) Ιωάννη Ξιφιλίνου. Ανέβηκε σε υψηλά αξιώματα στην ιεραρχία της Αυτοκρατορίας: έγινε πρωτοβεστιάριος, πρόεδρος της Συγκλήτου και σύμβουλος των Αυτοκρατόρων Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτη και Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου. Διετέλεσε επίσης ηγούμενος της Μονής Μαγγάνων.
Εξελέγη[1] Πατριάρχης το 1059, μετά την απομάκρυνση του Μιχαήλ Κηρουλάριου. Διασώζονται δύο κείμενά του:
Περί δούλου εγκληματικού
Περί του φονεύσαντος ιερέως και καθαιρεθέντος
Επίσης προέτρεψε τον Μιχαήλ Ψελλό να γράψει το πρώτο μέρος της Χρονογραφίας του, δηλαδή της ιστορίας των ετών 976-1059.
Όταν πέθανε, ο Μιχαήλ Ψελλός έγραψε επιτάφιο λόγο προς τιμήν του. Ανακηρύχθηκε άγιος και η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 29 Ιουλίου.
Παραπομπές
- ↑ Προχειρίζεται πατριάρχης Κωνσταντίνος πρόεδρος και πρωτοβεστιάριος Λειχούδης, πρότερον ψήφου προβάσης επ' αύτω παρά των μητροπολιτών και του κλήρου και του λαού παντός, Ιωάννη Σκυλίτζη, Ιστορία, Bonnae, 1839, σελ. 644