Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος
|
|
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος Κοτσώνης (1905-1988)
Ανήκε σε φτωχή οικογένεια. Τρεις μήνες πριν γεννηθεί, πέθανε ο πατέρας του, Ιερώνυμος. Η χήρα μητέρα του πήγε στην Αθήνα, για να εργαστεί ως μαγείρισσα και να ζήσει την οικογένειά της. Έτσι, ο μικρός Ιερώνυμος μεγάλωσε σε συγγενείς του μέχρι την ηλικία των 2,5 χρόνων, οπότε ήρθε στην Αθήνα. Εκεί πήγε στο σχολείο. Αποφοίτησε από τη Ριζάρειο Σχολή αριστούχος και κατόπιν φοίτησε στη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία (Μόναχο, Βερολίνο, Βόννη) και την Αγγλία, με τη βοήθεια υποτροφίας του κληροδοτήματος Μανούση. Ο πνευματικός του, Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ Παπακώστας, τον συνέστησε στον τότε Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, ο οποίος εκτίμησε το χαρακτήρα και τα προσόντα του. Εκάρη μοναχός στη μονή Πετράκη και στις 4 Ιανουαρίου 1939, ο Ιερώνυμος χειροτονήθηκε διάκονος. Τοποθετήθηκε στο ναό της Αγίας Ειρήνης ως διάκονος , καθώς και ως δεύτερος γραμματέας στην Ιερά Σύνοδο. Στις 23 Ιουνίου 1940 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και προχειρίστηκε αρχιμανδρίτης. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε εφημέριος στον Άγιο Δημήτριο Κηφισιάς και κατόπιν γενικός αρχιερατικός επίτροπος του τμήματος Κηφισιάς, που τότε υπαγόταν στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Η Κυβέρνηση Κατοχής τον απόλυσε από συνοδικό γραμματέα και ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, λίγο πριν εκδιωχθεί, τον διόρισε εφημέριο του νοσοκομειακού ναού του Ευαγγελισμού, όπου παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Μετά την Κατοχή αποσύρθηκε και αφοσιώθηκε στη μελέτη και τη συγγραφή. Το 1945 υπέβαλε στη Θεολογική Σχολή διατριβή για τη θέση του υφηγητή, το 1946 απέσυρε όμως την υποψηφιότητά του σε ένδειξη διαμαρτυρίας για διαφωνία του με καθηγητές του. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1949 διορίστηκε πρωθιερέας των Ανακτόρων, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1967. Το 1959 εξελέγη καθηγητής Κανονικού Δικαίου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στις 14 Μαΐου 1967, οκταμελής «Αριστίνδην Σύνοδος» τον εξέλεξε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Η εκλογή του προξένησε επιθέσεις και σχόλια, καθώς θεωρήθηκε ευθέως ευνοούμενος της Χούντας των Συνταγματαρχών και χαρακτηρίστηκε χουντικός, βασιλικός, «αντικανονικός». Τον Δεκέμβριο του 1973, υπέβαλε την παραίτησή του και αποσύρθηκε πικραμένος[1] στη γενέτειρά του, τα Υστέρνια της Τήνου. Τον Αύγουστο του 1987 έπαθε ημιπληγία. Απεβίωσε στις 15 Νοεμβρίου του 1988. Το έργο του Κατά την περίοδο της αρχιερατείας του επέδειξε πλουσιότατο φιλανθρωπικό έργο. Ίδρυσε το νοσοκομείο των κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, 186 φιλόπτωχα ταμεία, 47 ομάδες υπερηλίκων, 64 σπίτια «Γαλήνης Χριστού» υπερηλίκων, στέγη κατάκοιτων υπερηλίκων, 3 κέντρα απασχόλησης υπερηλίκων, 5 κινητές μονάδες περιθάλψεως κατακοίτων, θέρετρο ιερέων, θερινή εξοχή γερόντων, κέντρο συμπαραστάσεως οικογενείας, εόρτιες συνάξεις, κατασκηνώσεις για τα παιδιά των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, συνεστιάσεις, εκδρομές ιερέων, τιμή στους «κοιμηθέντας κληρικούς», «Ημέρα Αγάπης» για τους φτωχούς της Αρχιεπισκοπής κ.ά. Ίδρυσε το «Κίνημα Αγάπης», το οποίο συνέλεγε και εκποιούσε άχρηστα είδη και με αυτό τον τρόπο κατόρθωσε να συγκεντρώσει σε δύο χρόνια το τεράστιο για την εποχή ποσό των 50 εκατομμυρίων δραχμών. Εξωτερικές συνδέσεις - Βιβλιογραφία
Δημοσθένη Κούκουνα, Η Εκκλησία της Ελλάδος από τον Δαμασκηνό στον Χριστόδουλο, 1941-2007, Εκδόσεις Μέτρον, 2007, Αθήνα Σημειώσεις 1. ↑ Στο κείμενο της παραίτησής του ανέφερε: «Απομακρύνομαι, τέλος, εκ της ενεργού υπηρεσίας, διότι ένεκα των συνεχών κατ' εμού επιθέσεων, μου ήτο αδύνατον να απασχολούμαι εν τη Εκκλησία δημιουργικώς». Προηγούμενος: Χρυσόστομος Β΄ Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος 1967-1973 Επόμενος: Σεραφείμ
Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License |
|
||
|
|
|