Βαρβάρα Χαλκιδικής


Περιφέρεια : Κεντρική Μακεδονία
Νομός : Χαλκιδικής


Μέσα από ένα πυκνό δάσος, περνώντας κανείς το Στρατονικό όρος φτάνει στην Βαρβάρα. Η κοινότητα Βαρβάρας βρίσκεται στο Βορειοανατολικό άκρο του νομού Χαλκιδικής. Το δημοτικό διαμέρισμα Βαρβάρα αποτελείται από τους οικισμούς Βαρβάρα, Καλύβια Βαρβάρας και Χρυσή ακτή, ανήκει στον διευρυμένο Καποδιστριακό Δήμο Αρναίας έχει έκταση 90.300 στρέμματα περίπου.

Η ευρύτερη περιοχή του συνορεύει:

* Ανατολικά, με τον Στρυμονικό κόλπο και την κτηματική περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος Ολυμπιάδος Χαλκιδικής.

* Νότια,με την κτηματική περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος Σταγίρων, Νεοχωρίου και Αρναίας Χαλκιδικής.

* Δυτικά, με το Δημοτικό Διαμέρισμα του Στανού Χαλκιδικής και Μοδίου Θεσσαλονίκης.

* Βόρεια, με το Δημοτικό Διαμέρισμα Άνω Σταυρού και Σταυρού Θεσσαλονίκης.

Το υψόμετρο της κοινότητας Βαρβάρας ξεκινάει από 0 και φτάνει στα 870 μέτρα, ενώ ο οικισμός Βαρβάρας βρίσκεται στα 540 μέτρα, σε γεωγραφικό πλάτος 40ο34΄00΄΄ και γεωγραφικό μήκος 00ο 04΄δυτικό από Αθηνών ή 23ο40'00.

Ο πληθυσμός της κοινότητας κατά την απογραφή του έτους 2001 ήταν 712 κάτοικοι και κατανέμεται ως εξής:

  • T.δ. Βαρβάρας [ 712 ]
    • η Βαρβάρα [ 613 ]
    • τα Καλύβια Βαρβάρας [ 53 ]
    • ο Καυκανάς (νησίδα) [ 0 ]
    • η Χρυσή Ακτή [ 46 ]


ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η περιοχή της Βαρβάρας χαρακτηριζόταν από έντονη κατοίκηση ήδη από τους προ Χριστού αιώνες. Η ιστορία γράφει για τα γειτονικά Στάγιρα ότι οι πρώτοι κάτοικοι ήταν νησιώτες από την Άνδρο. Τα μεταλλεία της Ολυμπιάδας, που έβγαζαν μολύβι, ασήμι και χρυσό και λειτουργούν μέχρι και σήμερα, αποτελούσαν ισχυρό πόλο έλξης εργατικού δυναμικού. Τα μακεδονικά φύλα που κατοικούσαν στη δυτική Μακεδονία και έφθαναν ως τον Στρυμόνα, ανακάλυψαν νωρίς τις μεγάλες οικονομικές δυνατότητες που παρείχαν τα μεταλλεία και έκοψαν νομίσματα υψηλής ονομαστικής αξίας, τα οποία κυκλοφορούσαν στις χώρες της Ανατολής, όπου υπήρχε έλλειψη αργύρου (περίπου 6ος αιώνας π.Χ. και μετά). Η εκμετάλλευσή τους συνεχίστηκε και στους χρόνους του Φιλίππου του Β΄.

Στις θέσεις Δρεβενίκος, Ρετσίνη, Καψούλι έχουν βρεθεί θολωτοί τάφοι (ίζπες). Οι τάφοι αυτοί ανάγονται στην παλαιοχριστιανική εποχή (4οσ-5ος μ.Χ. αιώνας). Σύμφωνα με γνωμάτευση αρχαιολόγου που επισκέφτηκε την περιοχή. Στον Δρεβενίκο πρέπει να υπάρχει θαμμένο μέσα στη γη ένα ολόκληρο παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο, όπως μαρτυρούν ο ήδη υπάρχων τάφος και τα διάσπαρτα χαλάσματα από την ίδια πέτρα.

Τρία κάστρα περιτριγυρίζουν το χωριό, που προστάτευαν τις δραστηριότητες επεξεργασίας του μεταλλεύματος κλείνοντας τα τρία περάσματα: το Ασαάρ προς την Εγνατία οδό και τις λίμνες, το κάστρο στο Ζέρναβο προς την Ολυμπιάδα και ο Δρεβενίκος προς Αρναία, τα Στάγιρα, την Ιερισσό. Χρονολογούνται στα πρώτα βυζαντινά χρόνια μετά την εύρεση στη τοποθεσία Ρετσίνη ενός νομίσματος της εποχής του αυτοκράτορα Αναστασίου (491-518 μ.Χ.), μαζί με παλαιοχριστιανικά λυχναράκια από πηλό και γυναικεία σκουλαρίκια από ασήμι. Τα κτίσματα αυτά καταστράφικαν από Σλάβους κατά την παρακμή του Βυζαντίου και εγκαταλείφθηκαν με την εγκατάσταση των Γιουρούκων στην περιοχή, γύρω στον 14ο αιώνα. Χαλάσματα αλλά και μεγάλα πιθάρια έχουν βρεθεί διάσπαρτα σε διάφορες τοποθεσίες (Γλαβίνα, Δρεβενίκος, Ζέρναβο) και μαρτυρούν την πολιτική και οικονομική ανάπτυξη του χωριού και την προόδo στην τέχνη κατά την Ελληνιστική περίοδο και στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού.

Αν και δεν έχει εξακριβωθεί η αρχική ίδρυση του χωριού, η Βαρβάρα εμφανίζεται με αυτό το όνομα ως συγκροτημένη πια κοινότητα στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ως μέλος της ομοσπονδιακής οργάνωσης των Μακεδονομάχων, γύρω από το χωριό Σιδερόκαψα (τα βυζαντινά Σιδεροκαύσια), τον κύριο τόπο εξαγωγής αργυρού. Η περιοχή γνώρισε μέρες ακμής από το 1530, αφότου δηλαδή ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Α΄ αναδιοργάνωσε τα μεταλλεία της αυτοκρατορίας. Υπολογίζεται ότι στα μέσα του 16ου αιώνα κάθε μήνα ο σουλτάνος έπαιρνε από τα μεταλλεία κατά μέσο όρο μετάλλευμα αξίας 18.000-30.000 περίπου χρυσών νομισμάτων. Οι εργασίες όμως έπαψαν όπως φανερώνει φιρμάνι του 1580 προς τον καδή του τόπου, με το οποίο υποχρεωνόταν αυτός να θέσει και πάλι σε ενέργεια τα μεταλλεία και να στείλει άφθονα νομίσματα στην Κωνσταντινούπολη. Στα Σιδιρικαύσια λοιπόν, υπήρχε και νομισματοκοπείο αργυρών νομισμάτων το οποίο μάλιστα λειτουργούσε από την εποχή του Μουράτ Β΄ (1421-1451).

Κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα μεταναστεύουν στην περιοχή αγραφιώτες και βορειοηπειρώτες, αλλά και βούλγαροι χωρικοί ή εργάτες, ενισχύοντας τα υπολείμματα των παλαιών σλαβικών οικισμών. Τότε δημιουργήθηκαν τα νέα σλαβικά τοπωνυμία της περιοχής ( π.χ. Νόβο Σέλο που σημαίνει Νέο χωριό). Στα Μαδεμοχώρια, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας λοιπόν παρατηρήθηκε συρροή ατόμων από διαφορές εθνότητες Ελλήνων, Σέρβων, Τούρκων, Κροατών, Γερμανών, Εβραίων, ιδίως Βουλγάρων μεταλλωρύχων για την εκμετάλλευση των εκεί μεταλλείων.

Τα Μαδεμοχώρια ήταν δώδεκα και ήταν τα εξής: Γαλάτιστα, Βάβδος, Ραβνά, Στανός, Βαρβάρα, Λιαρίγκοβη, Νοβοσέλο, Μαχαλάς, Ίσβορος, Χωρούδα, Ρεβινίκια και Ιερισσός, με πρωτεύουσα τη Λιαρίγκοβη (τη σημερινή Αρναία). Από ένα φιρμάνι του Απριλίου του 1705, μαθαίνουμε ότι οι ραγιάδες των Μαδεμοχωρίων ζήτησαν να παραχωρηθεί σ’ αυτούς η εκμετάλλευση του μεταλλείου, υπό τον όρο να πληρώνονται τα ημερομίσθιά των όπως και πριν και με την υποχρέωση «να φυλάξουν το μεταλλείον τούτο και τα εξαρτήματά του από την προσβολήν των επικατάρατων εχθρών και από δολίας ενεργείας των ιδίων, εις τρόπον ώστε ουδείς να ζημειώσει ή να επιφέρει βλάβην εις αυτό…Εάν οι καταχθόνιοι εχθροί ήθελαν πιθανώς προξενήσει βλάβας και ζημείας εις το μεταλλείον και στα εξαρτήματά του και τούτο κατεστρέφετο ή ειρημούτο, δέχονται να εισπραχθούν παρ αυτών όλα τα υπό του δημοσίου καταβληθέντα μέχρι τούδε χρηματικά ποσά δια την βελτίωσην του μεταλλείου».

Τα προνόμια που κατά καιρούς είχαν δοθεί στους μεταλλωρύχους ανανεώθηκαν, όπως προκύπτει από ένα άλλο φιρμάνι του 1733, που απευθύνεται προς τον καδή της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με αυτό οι κάτοικοι των Μαδεμοχωρίων « ήταν απειλαγμένοι φόρων και δεν έπρεπε να ζητώνται παρ’ αυτών παράτων βαλίδων της Ρούμελης και των μουτεσαριφών της Θεσσαλονίκης εν καιρώ ειρήνης και εν καιρώ πολέμου συνδρομαί εκστρατείας, τέλη επιθεωρήσεως εκκλησιών και βιγλών, έξοδα βιλαετίου και υπό άλλας προφάσεις χρήματα, μηδέ να προσάγωνται εις την Θεσσαλονίκην αλλά δια του διευθυντού του μεταλλείου να δικάζονται ενώπιον του ιεροδίκου του δήμου Μαντεμοχωρίων» .

Στη περιοχή είχε την έδρα του ο Madem-Emini, ο οποίος είχε στην διάθεσή του στρατιωτική δύναμη για την φύλαξη του μεταλλείου αλλά, παρά την πολιτική και αστυνομική εξουσία που εξασκούσε, δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στα εσωτερικά της κοινότητας. Καθένα από τα δώδεκα χωριά (που είχαν στην δικαιοδοσία του άλλα 360) είχε τη δική του ξεχωριστή κοινοτική διοίκηση, εξέλεγαν δώδεκα προεστούς έναν από κάθε χωριό, και αυτοί τους τέσσερις βεκίλειδες που συγκροτούσαν την κεντρική διοίκηση.

Παρά το γεγονός όμως ότι η ομοσπονδία των χωριών αυτών είχε απαλλαγεί από ορισμένα βάρη, η υποχρέωσή της να καταβάλει κάθε χρόνο στην Πύλη 220 οκάδες καθαρό ασήμι και να καλύπτει την διατροφή του Madem-Emini και των στρατιωτών του, δημιουργούσε αφόρητη συχνά κατάσταση. Επανειλημμένες αναφορές των κατοίκων προς την Πύλη μαρτυρούν τις προσπάθειες που κατέβαλλαν για την διασφάλιση των προνομίων τους από την αυθαιρεσία και την αρπακτικότητα των τούρκων αξιωματούχων. Η σημαία της επανάστασης υψώθηκε στα Μαντεμοχώρια στις 3 Ιουνίου 1821 με πρωτοστάτες τον Δουμπιώτη και τον Αν. Χιμευτό. Δημιουργήθηκε σώμα αντίστασης με άνδρες από τα Μδεμοχώρια και 2.000 περίπου μοναχούς του Άθω με αρχηγό τον Εμμανουήλ Παππά. Βλέποντας τον κίνδυνο του Χατζή Μεχμέτ Μπαϊράμ Πασά, που κατέβαινε από τα στενά της Ρεντίνας προς την Αρναία τα γυναικόπαιδα της Βαρβάρας κατευθύνθηκαν προς το Άγιο Όρος, με ότι πιο πολύτιμο είχαν…τις εικόνες των εκκλησιών τους.

Καίγοντας τα ελληνικά χωριά και σφάζοντας τους κατοίκους οι τούρκοι πέρασαν στην Αρναία. Όμως τη Βαρβάρα την βρήκαν έρημη. Ήταν τότε που στην τοποθεσία Καζίμπ ( που σημαίνει τόπος μαρτυρίου), προς τον Δρεβενίκο, σύμφωνα με την παράδοση με ασυγκράτητη λύσσα για αίμα έσφαξαν ένα κοπάδι πρόβατα και στερέωσαν τα κεφάλια τους σε στημένα κουτσούπια (κούτσουρα) προς παραδειγματισμό των ραγιάδων. Το χωριό κάηκε ολόκληρο, εκτός από ΄να σπίτι που διατήρησαν οι τούρκοι για να εξυπηρετούνται οι ίδιοι.

Στον Μακεδονικό Αγώνα η Βαρβάρα πήρε μέρος με τον μακεδονομάχο Αθανάσιο Μινόπουλο του Μίνου (έτος γέννησης 1874) το 1932, ο μεγάλος σεισμός της Ιερισσού κατέστρεψε τα σπίτια του χωριού στο γεγονός αυτό οφείλεται η χάραξη παραλλήλων δρόμων και το κτίσιμο νέων σπιτιών σε ίσα περίπου οικόπεδα κατά το ιπποδάμειο σύστημα σε ένα τμήμα του χωριού. Κατά τον Εμφύλιο πόλεμο το Φθινόπωρο του 1947 οι κάτοικοι της Βαρβάρας υποχρεώθηκαν από το Ελληνικό κράτος να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να εγκατασταθούν στα γύρω χωριά, κυρίως Νεοχώρι, Παλαιοχώρι, Αρναία. Με τη λήξη του εμφυλίου την Άνοιξη του1950, οι κάτοικοι επέστρεψαν στο χωριό.

Το 1918, όταν πρωτοιδρύθηκε η κοινότητα Βαρβάρας αποτελούνταν από τους συνοικισμούς Βαρβάρα, Ολυμπιάδα και Πραβίτα (Συνοικισμός κοντά στα Βραστά). Αργότερα, το 1924, ο οικισμός Πραβίτα αποσπάστηκε και υπάχθηκε στη Λιαρίγκοβη. Το 1922, κοντά στον οικισμό Ολυμπιάδα εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Το 1940, τον οικισμό αυτόν τον ονόμασαν «Ολυμπιάδα» και ο παλιός «συνοικισμός Ολυμπιάδα» μετονομάστηκε σε «Καλύβια Βαρβάρας». Εργασία της Δήμητρας Παπαδοπούλου με θέμα: «Συγκριτική Θεωρία Μορφών και Ρυθμών» (1991). Όλα τα γραμμικά σχέδια που περιέχονται είναι σχέδια της ίδιας.

Γεώργιος Αστερίου


Εξωτερικοί σύνδεσμοι

* Τα νέα τής Βαρβάρας



Γεωγραφία της Ελλάδας

Αλφαβητικός κατάλογος

Από την Live-Pedia.gr

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License


www.hellenica.de