Σαγιάδα Θεσπρωτίας


Περιφέρεια : Ηπείρου
Νομός : Θεσπρωτίας

-- Δήμος Σαγιάδας --

 Ήπειρος - Θεσπρωτία - Δήμος Σαγιάδας Σαγιάδα, Θεσπρωτία

Σαγιάδα Θεσπρωτίας

Η Σαγιάδα βρίσκεται στα Β.Δ του Ν. Θεσπρωτίας (τελευταίο χωριό πριν από τα σύνορα) απέναντι από την πόλη της Κέρκυρας. Ο βυζαντινός οικισμός στα τέλη του ΧΙV αιώνα βρίσκονταν στα χέρια των Ανδεγαυών και το 1386 πέρασε στους Βενετούς αμέσως μετά την Κέρκυρα και τον Βουθρωτό. Μετά από μία μικρή περίοδο κατοχής των αλυκών της από τον δεσπότη των Ιωαννίνων Esau Buondelmonti και τον Αλβανό σεβαστοκράτορα Gjon Zenebishi (1387-1402), ξαναπέρασε στους Βενετούς οι οποίοι λόγω των οχυρώσεων που πραγματοποίησαν την ονόμασαν Bastia και έτσι τη συναντάμε στα Βενετικά έγγραφα μέχρι την πτώση της Βενετικής δημοκρατίας (1789).

Το 1452 την κατέλαβε μαζί με τις υπόλοιπες κτήσεις των Βενετών στα Ηπειρωτικά παράλια ο Τούρκος στρατηγός Χατζή Βέης και από τότε ξεκινάει ένας σκληρός αγώνας μεταξύ Βενετών και Τούρκων για την κυριαρχία της.

Το 1454 την κατέλαβαν οι Βενετοί, και την έχασαν κατά την διάρκεια του α΄ Τουρκοβενετικού πολέμου (1463-1479). Το 1473 την ελευθέρωσε ο στρατιώτης Ιωάννης Βλάσης για λογαριασμό των Βενετών, και οι τελευταίοι, αφού άντεξαν την Τούρκικη επίθεση του 1475 την παρέδωσαν τελικά με βάση την συνθήκη ειρήνης του 1479 στον Γκεντίκ Αχμέτ πασά, ο οποίος πέρασε την Bastia από φωτιά και σίδερο καταστρέφοντας το φρούριό της καθώς και το διπλανό του Στροβιλιού.

Από τότε η περιοχή της Σαγιάδας παρέμεινε στα χέρια των Τούρκων οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο μικρό λιμάνι της (Σκάλωμα Σαγιάδας) ελέγχοντας με τον Εμίνη τους (τελώνης) την διακίνηση των προϊόντων από και προς τα Γιάννινα που ήταν το εμπορικό κέντρο της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Η Σαγιάδα γίνεται ένα από τα σπουδαιότερα λιμάνια της δυτικής Ελλάδας λόγω της γεωγραφικής της θέσης δίπλα στην Κέρκυρα, μέσω της οποίας διακινούνταν ο κύριος όγκος του Βενετικού εμπορίου.

Οι Βενετοί εκτός από το εμπόριο συνεχίζουν να ασχολούνται ενεργά με την περιοχή νοικιάζοντας από τους Τούρκους τα ιχθυοτροφεία της Σαγιάδας, καθώς και τα δέκατα.

Το 1670 επισκέφτηκε την περιοχή ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή ο οποίος περιγράφει για πρώτη φορά τον οικισμό πάνω στο βουνό ( την «Παλιά Σαγιάδα» ) λέγοντας ότι έχει εκατόν εξήντα σπίτια κι ότι είναι χωριό προοδευμένο με χάνια και εκκλησίες.

Περιγράφοντας το «παγκοσμίου φήμης» όπως λέει λιμάνι της Σαγιάδας, αναφέρει πως έχει μερικά μέγαρα, χάνια, και μεγάλες λιθόκτιστες αποθήκες για τα εμπορεύματα.

Μιλάει για τον πρόξενο των βενετών καθώς και για τον αντιπρόσωπο του σουλτάνου, κλείνοντας με την ένδειξη ότι το λιμάνι αυτό είναι το λιμάνι των Ιωαννίνων, των Τρικάλων, της Λάρισας, της Θεσσαλονίκης, των Σερρών και πολλών άλλων πόλεων και φρουρίων αλλά οι δρόμοι του είναι στενοί και δύσβατοι.

Το 1702 η Σαγιάδα γίνεται για μικρό διάστημα η έδρα του Γάλλου πρόξενου B. Garnier που, παρότι εκτίμησε την σπουδαιότητα της θέσης του λιμανιού της, εγκαταστάθηκε τελικά στην Άρτα αφήνοντας πίσω του τον υποπρόξενο H. Pellissier.

To 1716 με απόφαση του σουλτάνου φτιάχτηκε ο πλατύς δρόμος (60 πόδια) που ένωνε την Λάρισα με τα Γιάννενα και τη Σαγιάδα με σκοπό την διακίνηση του στρατού για την κατάληψη της Κέρκυρας.

Το 1718 με την συνθήκη του Πασσάροβιτς, η περιοχή της Σαγιάδας (πλάτος 5 μιλίων) περνάει προσωρινά στην κυριαρχία της Βενετίας, ως εξάρτημα της Κέρκυρας (Continente) και το 1797 ως Ενετικό έδαφος περνάει στην κυριαρχία των Γάλλων του Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Αμέσως μετά (1799) ο Αλή Πασάς την καταλαμβάνει ενώ το 1811 παρά τις συνθήκες υψώνει στην περιοχή φρούριο απέναντι από την Κέρκυρα.

Με την πτώση του Αλή περνάει στα χέρια του σουλτάνου, και στα 1823 ο οικισμός πάνω στο βουνό καταστρέφεται από μεγάλο σεισμό. Το 1833 επισκευάζεται και επεκτείνεται η κεντρική εκκλησία του Α. Γεωργίου.

Δεύτερος σεισμός στα 1872 που κράτησε πάνω από ένα μήνα κατέστρεψε εντελώς τον οικισμό. Το 1912 απελευθερώνεται από τον Ελληνικό στρατό (μεγάλη βοήθεια στην εθνική υπόθεση πρόσφερε ο Σαγιαδινός Γρηγόριος Τσόγκας που αργότερα έγινε βουλευτής).

Το 1943 οι Γερμανοί μαζί με τους Αλβανοτσάμηδες του γειτονικού μουσουλμανικού χωριού Λιόψη, έκαψαν το χωριό και οι κάτοικοί του σκορπίστηκαν στα χωριά προς τα βόρεια ενώ όταν τέλειωσε ο πόλεμος οδηγήθηκαν από το στρατό στην Κέρκυρα για την περίοδο του εμφύλιου. Γύρισαν λίγο πριν τη λήξη τους αλλά δεν τους επέτρεψαν να κατοικήσουν στο παλιό χωριό αλλά σε καλύβες στην παραλία.

Από το 1950 με πυρήνα λίγα σπίτια που φτιάχτηκαν από το κράτος , δημιουργήθηκε το καινούριο χωριό κοντά στη θάλασσα και τον κάμπο που από τα χέρια των Αλβανοτσάμηδων πέρασε σ’ αυτούς και άλλους πρόσφυγες από την Ήπειρο.

Η γεωργία αναπτύχθηκε στο χώρο, με το μεγάλο αρδευτικό και αποστραγγιστικό δίκτυο της δεκαετίας του ‘60 και σήμερα ο κάμπος του κάτω Καλαμά με τις δεντροφυτεμένες του εκτάσεις (εσπεριδοειδή), κρατάει τον νέο κόσμο στις πατρογονικές του εστίες, την ίδια στιγμή που οι μεγάλες εξαγωγές ( βόρεια Ευρώπη) ενισχύουν την Ελληνική οικονομία.

Με κέντρο τον οικισμό της παλιάς Σαγιάδας (ο οποίος αποτελεί και τον κύριο πόλο έλξης με τις εκκλησίες, τα καλντερίμια, τα αλώνια, και τα σπίτια του που παρουσιάζουν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον), ο επισκέπτης μπορεί να επισκεφτεί πλήθος αρχαιολογικών χώρων στην περιοχή, καθώς και χώρους ευρύτερου ενδιαφέροντος:

Γιτάνη: Κοντά στο φράγμα του ποταμού. Πόλη Ελληνιστικών χρόνων.

Μαστιλίτσα: Πάνω στον ομώνυμο λόφο στο κέντρο του κάμπου. Οικισμός Ελληνιστικών χρόνων.

Στροβίλι: Πάνω στον κωνικό λόφο στη «λωρίδα Σαγιάδας». Βυζαντινό φρούριο.

Πύργος Σαγιάδας: Μέσα στη θάλασσα στην περιοχή των αλυκών. Μεσαιωνικό οχυρό.

Ευρύτερη περιοχή: Παραδοσιακός οικισμός στο Πλαίσιο, Κασνέτσι, Μοναστήρι Γηρομερίου, Μονή Ραγίου, Πύργος Ραγίου, Λυγκιά, Κάστρο Ηγουμενίτσας κ.λ.π.

Ακόμα ο επισκέπτης βαδίζοντας πάνω στα παλιά μονοπάτια και καλντερίμια, μπορεί να επισκεφτεί εκτός από τους παραπάνω αρχαιολογικούς χώρους και το δέλτα του ποταμού Καλαμά που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον από την άποψη της χλωρίδας και της πανίδας της περιοχής και προσελκύει ήδη δεκάδες μελετητές από όλον τον κόσμο.

Από τη αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ο χώρος των εκβολών του Καλαμά, όπως και οι δύο πλευρές του προς το εσωτερικό της Ηπείρου, απετέλεσαν τον κύριο άξονα ανάπτυξης της περιοχής. Σε συνδυασμό με τη θαλάσσια επικοινωνία, ο χώρος συγκέντρωσε τους περισσότερους οικισμούς, με τις ανθρώπινες δραστηριότητες της γεωργίας ( εκμετάλλευση των πλούσιων γαιών των εκβολών) της κτηνοτροφίας, (χαρακτηριστικά τα ονόματα «Σύβοτα» και «Βουθρωτός», καθώς και οι δραστηριότητες των Ρωμαίων με τα περίφημα αγροκτήματα) της αλιείας, (ιχθυοτροφεία σ΄όλο το μήκος της περιοχής ), της παραγωγής αλατιού, ( ονομαστές οι αλυκές της μεσαιωνικής Σαγιάδας), αλλά και του εμπορίου ( πλωτός δρόμος μέχρι την Γιτάνη στην αρχαιότητα, Σαγιάδα, ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Β.Δ. Ελλάδας - 15ος - 19ος αιώνας, Ηγουμενίτσα πύλη προς την Ευρώπη 20ου αιώνα ).


Τ.δ. Σαγιάδας -- η Σαγιάδα [ 879 ]

Ιστότοποι

http://www.sagiada.gr

Νομός Θεσπρωτίας: Δήμος, Κοινότητα

Ηγουμενίτσας | Αχέροντα | Μαργαριτίου | Παραμυθιάς | Παραποτάμου | Σαγιάδας | Συβότων | Φιλιατών

Πέρδικας | Σουλίου

Για πλήρη κατάλογο των πόλεων και οικισμών του νομού, δείτε επίσης : Διοικητική διαίρεση νομού Θεσπρωτίας

Γεωγραφία της Ελλάδας

Από την Live-Pedia.gr

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License


www.hellenica.de