Τάτσι μίτσι κότσι
|
|
Μία από τις ποιο χαρακτηριστικές ελληνικές δημώδεις εκφράσεις είναι και η "τάτσι μίτσι κότσι" ή "τάτσι μήτσι κώτσι" που λέγεται σε περιπτώσεις γρήγορης μυστικής συμφωνίας, ή γρήγορης μυστικής συναλλαγής κάποιων προσώπων ή ακόμα και μεταξύ νομικών προσώπων, όπως π.χ. "τα προεδρεία των σωματείων τα έκαναν τάτσι μίτσι κότσι και σταμάτησαν τις απεργίες". Ετυμολογικά η έκφραση αυτή που χρησιμοποιείται ως επίρρημα, με ίσως το μοναδικό χαρακτηριστικό ότι αποτελείται από τρεις δισύλλαβες λέξεις ομοιοκατάληκτες, φέρεται να προέρχεται από την σλαβική¹, ή αρβανίτικη γλώσσα² όπου και οι τρεις αυτές αποτελούν υποκοριστικά ονομάτων. Τάτση υποκοριστικό του Παναγιώτη, Μίτσι ή Μήτση υποκοριστικό του Δημήτρης, (στην ελληνική υφίσταται το υποκοριστικό Μήτσος), και Κώτση υποκοριστικό του Κωνσταντίνου, που πολύ πιθανό να ήταν περιώνυμοι ληστές που δρούσαν σε κοινή συνεννόηση ταχύτατα*. ¨ * (¹)Κατά Α. Φλώρο πιθανολογείται από το σλαβικό όνομα himitice.
* Τεγόπουλος Φυτράκης: Ελληνικό Λεξικό
Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License |
|
|
|
|
|