Γιώργος Τζαβέλλας
|
|
Κορυφαίος σκηνοθέτης και σεναριογραφος του Ελληνικού κινηματογράφου (1916- 1976). Επίσης, θεατρικός συγγραφέας και στιχουργός.
Ο Τζαβέλλας, γόνος πλούσιας και αριστοκρατικής οικογένειας, απόγονος του οπλαρχηγού Λάμπρου Τζαβέλλα, είχε από μικρός καλλιτεχνικές τάσεις. Ξεκίνησε με τον Νίκο Τσιφόρο ως θεατρικός συγγραφέας, ενώ πρώτη του ολοκληρωμένη ταινία ήταν Τα χειροκροτήματα (1946). Η ταινία αυτή αργότερα απέκτησε μουσειακή αξία, γιατί σε αυτήν αποτυπώνεται για πρώτη φορά η μορφή του Αττίκ, ενός μεγάλου καλλιτέχνη της εποχής. Με την ταινία του Ο Μεθύστακας(1950) κάνει την πρώτη εισπρακτική επιτυχία κόβοντας περίπου 350.000 χιλιάδες εισιτήρια, και δίνει διαφορετική διάσταση στην έννοια κινηματογράφος ως εμπορική επιχείρηση.
Στην συνέχεια θα γυρίσει, μεταξύ άλλων, τρεις από τις καλύτερες του ταινίες, αλλά και ολόκληρου του Ελληνικού κινηματογράφου.
Η Κάλπικη Λίρα (1955): Ένας έντιμος χρυσοχόος (Βασίλης Λογοθετίδης), πείθεται από ένα φίλο του (Βαγγέλης Πρωτόπαπας), με τη βοήθεια μιας μοιραίας γυναικάς (Ίλυα Λιβυκού) και δαπανά εκατό χρυσές λίρες (τις οικονομίες μιας ζωής), προκειμένου να φτιάξει μια κάλπικη. Η λίρα περνάει στα χέρια ενός ζητιάνου που υποκρίνεται τον τυφλό (Μίμης Φωτόπουλος). Ακόμα και αυτός αντιλαμβάνεται πως η λίρα είναι πλαστή και την χρησιμοποιήσει για να περάσει μια βράδια με τον επαγγελματικό του αντίπαλο στην πιάτσα του δρόμου, μια πόρνη (Σπεράντζα Βρανά). Το επόμενο πρωί ο ζητιάνος ανακαλύπτει πως έχει χάσει την ούτως ή άλλος κάλπικη λίρα, και ακολουθεί ένας απολαυστικός καβγάς με την "κοκότα". Ο επόμενος κάτοχος της λίρας είναι ένας φτωχός ελαιοχρωματιστής(Λαυρέντης Διανέλος) που καταδυναστεύεται από τον πλούσιο σπιτονοικοκύρη του (Ορέστης Μακρής). Όταν ο πρώτος πεθαίνει βλέπουμε τον σκληρό σπιτονοικοκύρη να μαλακώνει στη θέα της ορφανής κόρης του ελαιοχρωματιστή. Η λίρα ολοκληρώνει το ταξίδι της στον κουμπαρά ενός νιόπαντρου ζευγαριού. Μεταφερόμαστε στο φτωχικό σπίτι των δύο ερωτευμένων νέων. Ενός μποέμ ζωγράφου (Δημήτρης Χορν) και μιας πλούσιας κοπέλας (Έλλη Λαμπέτη) που έρχεται σε ρήξη με τους δικούς της για να τον παντρευτεί. Τελικά το ζευγάρι θα χωρίσει και ο ζωγράφος θα μείνει με το πορτρέτο της αγαπημένης του να του λέει "Σ’ Αγαπώ". Η ταινία, με μεταφορικό μέσο μια λίρα, μας ταξιδεύει στην κοινωνία της Αθήνας του 50. Σκιαγραφεί τους χαρακτήρες αλλά και την γραφικότητα της εποχής με τρόπο αριστουργηματικό. Ακόμα και σήμερα παραμένει επίκαιρη μιας και αναφέρεται στον τρόπο που το χρήμα επηρεάζει τους ανθρώπους χαρίζοντας τους "κάλπικη" ευτυχία. H κάλπικη λίρα υπήρξε η πρώτη μεγάλη διεθνής επιτυχία του Ελληνικού Κινηματογράφου. Όπου και να προβλήθηκε το κοινό την υποδέχτηκε με ενθουσιασμό ενώ ο ιστορικός του κινηματογράφου Ζορζ Σαντούλ την κατέταξε στις εκατό καλύτερες ταινίες όλων των εποχών παγκοσμίως.
Μια ζωή την έχουμε (1958): Ένας φτωχός και τίμιος υπάλληλος τράπεζας, ο Κλέων (Δημήτρης Χορν), ανακαλύπτει ένα λάθος που αποδίδει στην τράπεζα το περίσσευμα των Ενός εκατομμυρίου Εκατόν Μια χιλιάδων, Εκατόν μια και δέκα δραχμών. Την απόφαση του να το καρπωθεί προκαλούν 3 παράγοντες: Ο συνάδελφος του Μανώλης (Περικλής Χριστοφορίδης) με τις θεωρίες του, ο διευθυντής της τράπεζας (Χρήστος Τσαγανέας) που τον αντιμετωπίζει σαν βλάκα και άχρηστο και ο πόθος του για την Μπιμπί (Υβόν Σανσόν) την ερωμένη του διευθυντή. Στην συνέχεια παρακολουθούμε τον Κλέονα, για χάρη της Μπιμπί,να ξοδεύει με στιλ όλα τα χρήματα, μέχρι τελευταίας δεκάρας και να καταλήγει στη φυλακή όπου διηγείται την ιστορία του σε ένα καλοκάγαθο δεσμοφύλακα (Βασίλης Αυλωνίτης). Το παραμύθι ολοκληρώνεται σ’ ένα υπερωκεάνιο για την Αμερική. Το Μια Ζωή Την Έχουμε καθιερώνεται ως η ακριβότερη παραγωγή της Φίνος Φιλμ ως τότε. Η συμμετοχή της Ιταλίδας ντίβας Υβόν Σανσόν στο πλευρό του Δημήτρη Χορν είναι αρκετά σπουδαίο επίτευγμα για τα δεδομένα της εποχής. Η ταινία είναι μια μελέτη πάνω στην έννοια τιμιότητα και παραμένει αρκετά επίκαιρη στην σημερινή εποχή της μίζας και της διαφθοράς.
Η δε Γυνή να φοβείται τον Άνδρα (1965): Ο στρυφνός κ. Αντώνης Κοκοβίκος (Γιώργος Κωνσταντίνου), αρνείται να στεφανωθεί την κ. Ελένη (Μάρω Κοντού), σύντροφο της ζωής του για δέκα ολόκληρα χρόνια. Η παράνομη συμβίωση τους προκαλεί την κοινωνική κατακραυγή και την καθημερινή ταπείνωση της κ. Ελένης που θεωρείται «παστρικιά» και «σπιτωμένη» από τον περίγυρο της. Ένας θάνατος, οδηγεί τον Αντωνάκη αντί να «πάρει το καπελάκι του και να φύγει», να πάρει την απόφαση και να παντρευτεί τελικά την κ. Ελένη. Μετά τον επεισοδιακό, «λόγω της ημέρας», γάμο αρχίζουν αμέσως τα προβλήματα διότι και οι δυο θεωρούν ότι αλλάζουν οι ρόλοι και τα δικαιώματα τους. Η γυναικεία επανάσταση συγκρούεται με τον ανδρικό εγωισμό και τελικά χωρίζουν την ίδια μέρα που παντρεύονται. Η δύναμη της συγκεκριμένης ταινίας είναι οι καταπληκτικοί χαρακτήρες που έχει πλάσσει ο Τζαβέλλας σε συνδυασμό με την νοσταλγική ατμόσφαιρα της Πλάκας του 50. Ο Γιώργος Κωνσταντίνου ερμηνεύει τον καλύτερο ρόλο της καριέρας του ανεβοκατεβάζοντας συνεχώς τους τόνους δημιουργώντας σασπένς για την επόμενη κίνηση του Αντωνάκη ενώ η μεταμόρφωση μιας εντυπωσιακής γυναίκας όπως η Μάρω Κοντού σε ένα τρομαγμένο σπουργίτι είναι καταπληκτική. Ακόμα και οι περιφερειακοί ρόλοι βάζουν από μια ξεχωριστή πινελιά στο τελικό αποτέλεσμα. Οι φίλοι του Αντωνάκη που παίζουν καταλυτικό ρόλο στην πλοκή: Ο στρατιωτικός που «τα λέει τσεκουράτα» (Σταύρος Ξενίδης), ο φαρμακοποιός με τα καβούρια στις τσέπες (Νάσος Κέδρακας), ο «παρλαπίπας» δικηγόρος με την ατελείωτη φλυαρία (Δημήτρης Καλλιβωκάς) και ο Υπάλληλος του υπουργείου με το μοτεράκι στο πιρούνι. Ακόμα αξέχαστοι είναι: Η στριμμένη κυρία Παπαμήτρου (Τασώ Καββαδία), η υπηρέτρια (Κατερίνα Γώγου), η φίλη της Ελένης (Δέσπω Διαμαντίδου). Το φιλμ ταξίδεψε στο εξωτερικό πηρέ εξαιρετικές κριτικές και ο Τζαβέλλας απέσπασε βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Σικάγο.
Αν και αυτοδίδακτος στον κινηματογράφο ο Τζαβέλλας υπήρξε πολύ ευρηματικός και ταλαντούχος. Ως μορφωμένος και διανοούμενος ήξερε να δένει τους ανθρώπους μεταξύ τους και να υλοποιεί τις ιδέες τους. Ο τρόπος που υποδείκνυε τις σκηνοθετικές του οδηγίες, ήταν μοναδικός, είχε άριστη επικοινωνία με τους ηθοποιούς και στα γυρίσματα των ταινιών του τα πάντα δουλεύανε σαν ρολόι, γλυκά, απαλά και μεθοδικά. Οι ταινίες του είναι γλυκόπικρες και ισορροπούν ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματική ζωή.
Φιλμογραφία: Χειροκροτήματα (1944), Μαρίνος Κονταράς (1948), Ο Μεθύστακας (1950), Ο Γρουσούζης (1952), Η Αγνή του Λιμανιού (1952), Το Σοφεράκι (1953), Η Κάλπικη Λίρα (1955), Ο Ζηλιαρόγατος (1956), Μια Ζωή την έχουμε (1958), Αντιγόνη
(1961), Η δε Γυνή να
φοβείται τον Άνδρα (1965), Αστερισμός της Παρθένου (1973) (δικό του σενάριο που τελικά μετέφερε στην οθόνη ο Γιάννης Δαλιανίδης.
Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License |
||
|
|
|